Τρίτη, 14 Ιουλίου 2009



ΠΡΩΤΗ ΦΟΡΑ ΝΟΝΟΣ (2007)

Σκηνοθεσία: Όλγα Μαλέα

Ηθοποιοί: Ελένη Καστάνη, Αντώνης Καφετζόπουλος, Γιώργος Κιμούλης, Tex Pardue, Νίκος Ανδρεουλάκης, Άννα Λουιζίδη


Υπόθεση

Ο 11χρονος 'Αλεξ, γιος πολιτικού προέδρου και μεγαλωμένος στην Καλιφόρνια, αντικαθιστά τον πατέρα του ως νονός στη βάφτιση της κόρης ενός κομματάρχη στην Κρήτη του '60, στην οποία ποντάρει το κόμμα ώστε να κερδίσει ψήφους από την τοπική κοινότητα. Ο κομματάρχης αναλαμβάνει να μυήσει το παιδί στην ιδιοσυγκρασία των Κρητικών για να κερδίσει την εύνοιά τους. Οι κωµικοτραγικές δοκιµασίες που περνά, αλλά και µια καινούρια φιλία, θα του αποκαλύψουν τον δικό του δρόµο για τη ζωή.


Κριτικές

Μία κωμική ταινία με πολιτικό υπόβαθρο, αγώνες ενηλικίωσης και γενικώς αστείες καταστάσεις. Χιούμορ, ανθρωπιά και παιδική αθωότητα τα βασικά στοιχεία της. Ηθογραφικό έργο, ιδωμένο μέσα από τη σατιρική ματιά της ελληνικής κωμωδίας του ’60. Διασκεδάζει με το κρητικό γλωσσικό ιδίωμα και γενικά παίζει πολύ με το στερεότυπο του κρητικού. Γίνεται αρκετά προσεγμένη δουλειά από τη μεριά της Όλγας Μαλέα όσον αφορά την παρουσίαση των κρητικών εθίμων, συνηθειών κτλ. Υπάρχουν μικρές παράλληλες ιστορίες αλλά το βασικό θέμα είναι οι προσπάθειες του μικρού Άλεξ να ανταπεξέλθει στις τεράστιες για αυτόν απαιτήσεις. Το ρόλο του ως κρητικός ο Αντώνης Καφετζόπουλος στηρίζει ικανότατα, ενώ πληθωρική είναι και η παρουσία της Ελένης Καστάνη. Ο Γιώργος Κιμούλης αδυνατεί λίγο να πείσει για το πολιτικό ανάστημα του χαρακτήρα που υποδύεται. Ο μικρός πρωταγωνιστής είναι λίγο αμήχανος αλλά η ερμηνεία του είναι συμπαθητική και αρκετά φυσική όπως και των άλλων παιδιών. Όταν καμιά φορά διαταράσσεται η αφηγηματική ροή, οι ερμηνείες όλων σώζουν την κατάσταση. Όχι ανάμεσα στις εμπορικότερες ταινίες, αλλά δεν ξεφεύγει από τα ποιοτικά standards. Καλή η σκηνοθεσία σε γενικές γραμμές και προκαλεί εντύπωση η μίξη της παραδοσιακής κρητικής και σύγχρονης μουσικής. Αρκετά ρεαλιστικό έργο σε κάποια σημεία κυρίως όσον αφορά τη νοοτροπία της πολιτικής. Ευχάριστο, ρομαντικό, τρυφερό, αναβιώνει χαρακτήρες και αναζητά μυρωδιές της ελληνικής κοινωνίας της εποχής. Ωστόσο δεν μπορεί ολοκληρωμένα να καταπιαστεί με τη νεώτερη ελληνική ιστορία του τόπου και δεν έχει γενικά τα απαραίτητα σεναριακά γεμίσματα, αλλά αφήνει μια αρκετά καλή εντύπωση. Δ.Χ.

Ο νέος ελληνικός κινηματογράφος κάνει για άλλη μια φορά, αυτό που ξέρει να κάνει καλύτερα. Κωμωδία καταστάσεων. Και ευτυχώς, αυτή τη φορά, το πετυχαίνει. Η Όλγα Μαλέα έχει δώσει το στίγμα της αρκετές φορές, ίσως και με άνισο τρόπο. Στο “Για πρώτη φορά νονός” είναι πιο ώριμη από ποτέ, με ένα σενάριο (βασισμένο στο βιβλίο του Νίκου Παπανδρέου “Δέκα μύθοι και μια ιστορία”) στο οποίο μπορεί να βασιστεί, τόσο η ίδια, όσο και οι πολύ καλοί και έμπειροι, ως επί το πλείστον, ηθοποιοί της. Η ταινία είναι μια καθαρόαιμη ελληνική κωμωδία, που σκοπός της είναι να κάνει τους θεατές να περάσουν μιάμιση ώρα ευχάριστα, να ξεχάσουν τα προβλήματά τους και να γελάσουν με την ψυχή τους. Σε αυτό βοηθούν οι πολύ καλοί πρωταγωνιστές (ο Αντώνης Καφετζόπουλος απολαυστικός Κρητίκαρος και η Καστάνη κλασική ελληνίδα νοικοκυρά), οι νέοι, ταλαντούχοι ηθοποιοί (αποκάλυψη ο Μάνος Γαβράς), αλλά και ο μικρός Τεξ Παρντού, ο οποίος “κλέβει” άνετα την παράσταση. Παρεμπιπτόντως, ο υπεύθυνος κάστινγκ της ταινίας έκανε εξαιρετική δουλεία, ανακαλύπτοντας αυτή την εκπληκτική φάτσα του μικρού Τεξ, του οποίου οι γκριμάτσες και το χαμόγελο μας έφτιαξαν τη μέρα. Για όσους όλα τα παραπάνω ακούγονται λίγα, όσοι αναζητούν το περιβόητο “μήνυμα” ή τη δεύτερη ανάγνωση, καλά θα κάνουν να βάλουν λίγο νερό στο κρασί τους ή να πάνε για άλλες …πολιτείες. Διότι η ταινία της Μαλέα, είναι αυτό που φαίνεται και τίποτα περισσότερο ή λιγότερο. Μια απολαυστική, αγνή και αυθεντική κωμωδία (ναι, κι όμως γελάσαμε με την ψυχή μας), που μπορεί να μη γυρίστηκε με τα πιο υπερσύγχρονα μέσα ή να μην κάνει τον Σπίλμπεργκ να πρασινίζει από ζήλια, αλλά προσφέρει άφοβα αυτά που έχει ανάγκη ο έλληνας θεατής. Διασκέδαση, γέλιο και συγκίνηση με τον πιο αυθεντικό τρόπο. Μπορεί ν’ ακούγεται “λίγο”, αλλά είναι το πιο σημαντικό.

Εύα Σούλτη





Τρίτη, 7 Ιουλίου 2009

Lock Stock and Two smoking barrels

Δύο καπνισμένες κάννες





Ηθοποιοί: Νικ Μόραν, Ντέξτερ Φλέξερ, Στινγκ, Τζέισον Φλέμινγκ
Σκηνοθέτης: Γκάι Ρίτσι
Χώρα: Μεγάλη Βρετανία
Διάρκεια Ταινίας: 102 min





Περίληψη



Ο Έντι (ΝΙΚ ΜΟΡΑΝ), ένας ταλαντούχος χαρτοπαίκτης, μπαίνει σε μια μεγάλη παρτίδα, παίζοντας όλα τα χρήματα που έχει μαζέψει μαζί με τους τρεις φίλους του, τον συγκάτοικό του, Μπέϊκον (ΤΖΕΪΣΟΝ ΣΤΕΪΘΑΜ), τον Τομ (ΤΖΕΪΣΟΝ ΦΛΕΜΙΝΓΚ) και τον Σόουπ (ΝΤΕΞΤΕΡ ΦΛΕΤΣΕΡ), το μοναδικό μέλος της παρέας που κερδίζει τίμια το ψωμί του ως σεφ. Το παιχνίδι όμως είναι στημένο, και έτσι φτάνει στο σημείο να χρωστάει μισό εκατομμύριο λίρες στον σκληρό Χάτσετ Χάρι (ΠΙ ΕΪΤΣ ΜΟΡΙΑΡΤΥ). Ο Έντι έχει τώρα μόνο μια εβδομάδα στη διάθεσή του προκειμένου να βρεί τα χρήματα, αλλιώς θα αρχίσει να χάνει ένα-ένα τα δάχτυλά του, για κάθε μέρα που το χρέος του παραμένει απλήρωτο !





Σχολιασμός



Η αγγλική ταινία που τάραξε τα νερά στη Βρετανία το 1998, φρέσκια, αστεία, απολαυστική, μοντέρνα, προκλητική. Ο μόλις τριαντάχρονος -τότε- σκηνοθέτης της, χωρίς ιδιαίτερες γνώσεις κινηματογράφου, φλερτάρει με όλα τα κινηματογραφικά κλασικά κολπάκια, slow motion, still image, υποκειμενικά "τρελά" πλάνα, τα χρησιμοποιεί όλα κατά κόρον, όπως κάθε πρωτάρης του είδους, και ευφραίνει τα μάτια και τα ώτα. Η χρήση της μουσικής, τόσο της πρωτότυπης όσο και γνωστών κομματιών της αγγλικής μουσικής σκηνής, είναι αδύνατον να μη δημιουργήσει μειδίαμα στους θεατές. Η υπόθεση είναι καταιγιστική και σεναριογράφος ο ίδιος ο Guy Ritchie, που αποκαλύπτει πτυχές από τη ζωή του λονδρέζικου υποκόσμου. Ήρωες είναι τέσσερις νεαροί φίλοι, μικροαπατεωνίσκοι, μιας εργατικής γειτονιάς του Λονδίνου, με έντονες προφορές, από Σκοτία, Ιρλανδία και λαϊκά προάστια. Ένας από αυτούς, ο Eddy, έχει ταλέντο στη χαρτοπαιξία και αποφασίζει να παίξει ένα πολύ χοντρό παιχνίδι. Οι τέσσερις φίλοι βάζουν όλοι μαζί λεφτά, για "να πιάσουν την καλή", αλλά ο Eddy χάνει. Έτσι, βρίσκονται χρεωμένοι 500.000 λίρες στο σκληρό Harry, ο οποίος τους απειλεί ότι αν δεν του επιστρέψουν το χρέος σε 11 ημέρες θα αρχίσει να τους κόβει τα δάκτυλα ένα, ένα. Στο γειτονικό σπίτι μένουν κάποιοι άλλοι μεγαλοκακοποιοί, οι οποίοι έχουν αποφασίσει να κλέψουν μεγάλες ποσότητες ναρκωτικών από κάποιους άλλους καλλιεργητές, που συνεργάζονται με έναν άλλο κακοποιό. Οι δικοί μας ήρωες αποφασίζουν να κλέψουν τους πρώτους και μπλέκουν σε μια απίστευτη περιπέτεια. Οι δεύτερες διηγήσεις μέσα στην ταινία είναι τόσο πολλές, που δεν περιγράφονται. Οι εξελίξεις είναι απολαυστικά ανατρεπτικές, πολυεπίπεδες και καθόλου αφελείς. Ισορροπεί ανάμεσα στη βία, που ποτέ δεν γίνεται ηδονοβλεπτική (όπως στον Τarantino για παράδειγμα, με τον οποίο τον συνέκριναν), και προτείνει την αγγλική, πάντα στο βάθος ειρωνική, αντιμετώπιση των πραγμάτων, χωρίς αμερικανικές ηθικολογίες, όπως στο Pulp Fiction, παραδείγματος χάριν, και διδακτικά φινάλε. Σίγουρα, μια ανάσα φρεσκάδας, όπως αρκετές άλλες ευρωπαϊκές ανεξάρτητες παραγωγές νέων σκηνοθετών που είδαμε τα τελευταία χρόνια. Φ.Σ

Τετάρτη, 1 Ιουλίου 2009



Η ΔΟΛΟΦΟΝΙΑ ΤΟΥ ΤΖΕΣΕ ΤΖΕΪΜΣ ΑΠΟ ΤΟΝ ΔΕΙΛΟ ΡΟΜΠΕΡΤ ΦΟΡΝΤ
THE ASSASSINATION OF JESSE JAMES BY THE COWARD ROBERT FORD – 2007







Σκηνοθεσία: Andrew Dominik

Πρωταγωνιστούν: Brad Pitt, Casey Affleck, Sam Shepard, Robert Duvall, Barbara Kozicki
Υπόθεση



Το 1881 ο χαρισματικός και απρόβλεπτος Τζέσε Τζέιμς, ο διαβόητος ληστής της Δύσης, ετοιμάζει την επόμενη μεγάλη ληστεία του, έχοντας ταυτόχρονα να αντιμετωπίσει πολλούς "καλοθελητές" που, όπως είναι φυσικό, δελεάζονται από την υπέρογκη αμοιβή, αλλά και τη δόξα που θα φέρει η παράδοσή του στην αστυνομία. Όμως, εκείνο που δε γνωρίζει ο Τζέσε είναι ότι ο μεγαλύτερος εχθρός του βρίσκεται μέσα στην ίδια του τη συμμορία και δεν είναι άλλος από τον Ρόμπερτ Φορντ, ένα νεαρό, που ψάχνοντας να βρει νόημα στη ζωή του, έχει εισχωρήσει στην ομάδα του Τζέσε. Για πόσο καιρό όμως θα αντέξει να μείνει στην αφάνεια; Για πόσο καιρό θα μπορέσει να κρύβει τη ζήλια του για το "μέντορά" του; Δε θα αργήσει να πάρει την απόφαση να τον δολοφονήσει εν ψυχρώ, καταστρώνοντας μεθοδικά το σχέδιό του και παίρνοντας με το μέρος του και άλλα μέλη της συμμορίας. Όμως, θα ανακαλύψει ότι μετά τη δολοφονία του "αφεντικού" του, μία καινούρια κόλαση τον περιμένει...
Η ταινία βασίζεται στο αναγνωρισμένο μυθιστόρημα του Ρον Χάνσεν
Κριτική
Μεγάλο σε διάρκεια (θα μπορούσε να τελειώνει με τη δολοφονία), χωρίς ιδιαίτερη δράση και αργό σε εξέλιξη γουέστερν που διατηρεί μια παλιομοδίτικη γοητεία επηρεασμένο από το σινεμά του 70’. Ωστόσο ανατρεπτικό, μελαγχολικό, ψυχολογικό με εξαιρετικές ερμηνείες και επίκεντρο τη σχέση ανάμεσα στον περιβόητο ληστή Τζέσε Τζέιμς και το δολοφόνο του Ρόμπερτ Φορντ. Ο Dominik καταγράφει το ψυχολογικό πορτρέτο και των δύο πρωταγωνιστών, αναλύει τις προσωπικότητες τους και εκθέτει τις αδυναμίες τους. Πετυχαίνει να κάνει ένα εύστοχο σχόλιο πάνω στην ηρωοποίηση και την επιδίωξη δημοσιότητας. Αναδεικνύει αξίες, προκαλεί μεγάλη ένταση και προσθέτει έναν ιδιαίτερο ανησυχητικό και λυρικό τόνο. Το ερέθισμα που προσφέρει η ταινία είναι πολύπλευρο και ιδιόμορφο. Σκηνοθετικά είναι λιτή, ατμοσφαιρική, ρεαλιστική και ευρηματική όπου χρειάζεται. Εντυπωσιακή φωτογραφία, ποιητικά δοσμένα τοπία και πολύ καλή μουσική επένδυση. Οι ερμηνείες σε αυτό το φιλμ παίζουν τον σπουδαιότερο ρόλο καθώς ο Brad Pitt καταφέρνει να είναι επιβλητικός με τη μεστή ερμηνεία του και ο Casey Affleck ιδιαίτερα εφευρετικός και πολυδιάστατος. Οι υπόλοιποι β’ ρόλοι ανταποκρίνονται εξίσου καλά. Με πλάνα βουτηγμένα σε ένα μουντό φως, με τη μηχανή να παραμένει στα πρόσωπα, με λεπτομερή αποκαλυπτικό διάλογο και εξαίσιες ερμηνείες, ο Dominik έφτιαξε μία άξια ατμοσφαιρική, γοητευτική ταινία. Δ.Χ.

Κριτικές
Του Δημήτρη Μπούρα

Αυτό το φιλμ με τον τίτλο - σιδηρόδρομο αρχίζει με τη ληστεία ενός τρένου (που σήμανε και τη διάλυση της συμμορίας των αδελφών Τζέιμς) και συνεχίζεται σαν ένα ψυχολογικό δράμα χαρακτήρων. Είναι μια υποδειγματική δουλειά που πραγματεύεται το μύθο του διασημότερου
παράνομου της Άγριας Δύσης κι έχει ως άξονες το γουέστερν, τη βιβλική παραβολή και το τραγικό δράμα. Η «Δολοφονία του Τζέσε Τζέιμς από τον δειλό Ρόμπερτ Φορντ» μαζί με την «Κοιλάδα του Ιλά» είναι ό,τι καλύτερο είδαμε τους τελευταίους μήνες από το αμερικανικό σινεμά. Ο Μπραντ Πιτ στην καλύτερη ερμηνεία της καριέρας του φέρνει τον Τζέσε Τζέιμς στα μέτρα ενός κυνηγημένου αντιφατικού ήρωα (ανάμεσα στον άγιο και τον παράφρονα), που προδίδεται από τον έμπιστό του Ρόμπερτ Φορντ (εξαιρετικός και ο Κέισι Αφλεκ) όπως ο Χριστός από τον Ιούδα. Η φωτογραφία του Ρότζερ Ντίκινς εικονογραφεί με λυρισμό την Άγρια Δύση σαν την εικόνα ενός χαμένου παραδείσου που ανασυντίθεται μέσα από τη μνήμη. Η ατμόσφαιρα γίνεται ακόμη πιο ονειρική με την εξαιρετική μουσική των Νικ Κέιβ και Γουόρεν Ελις. Η σκηνοθεσία του Αντριου Ντόμινικ απογειώνει την ταινία· ο Νεοζηλανδός βαδίζει στην κόψη του ξυραφιού, ελέγχοντας πλήρως τους ρυθμούς μιας αργόσυρτης ελεγείας (διαρκεί 160΄) που φέρνει στο νου τις «Μέρες ευτυχίας» (Days of Heaven) του Τέρενς Μάλικ



Τρίτη, 30 Ιουνίου 2009


Δύο Έρωτες
Two Lovers (2008)



Σκηνοθεσία: James Gray

Πρωταγωνιστούν: Joaquin Phoenix, Gwyneth Paltrow, Vinessa Shaw, Isabella Rossellini, Elias Koteas, Moni Moshonov, David Cale, Nick Gillie
Περίληψη
Ο Λίοναρντ, μετά από μια απόπειρα αυτοκτονίας, επιστρέφει στο πατρικό του σπίτι στο Μπρούκλιν. Καθώς αναρρώνει γνωρίζει τη Μισέλ, μια μυστηριώδη, όμορφη γειτόνισσα με διάφορα προβλήματα, ενώ οι γονείς του τού γνωρίζουν την Σάντρα, ένα τρυφερό κορίτσι, κόρη του ανθρώπου που θα αγοράσει την οικογενειακή επιχείρηση του Λίοναρντ. Καθώς γνωρίζει και τις δυο κοπέλες ανακαλύπτοντας τις βαθύτερες πλευρές τους, αρχίζει να μπαίνει σε βαθιά συναισθηματικά διλήμματα για το πώς νιώθει, τι θέλει και τι πρέπει να κάνει...
Σχολιασμός
Ένα πολλά υποσχόμενο και ανατρεπτικό ερωτικό μελόδραμα με απλό σενάριο. Ήσυχο και χαμηλότονο, σκηνοθετημένο άρτια, ερμηνευμένο αριστοτεχνικά, γραμμένο όμως άνισα. Αποτυπώνεται η αγωνία μιας ψυχής και φωτίζεται με το σασπένς και τον τρόμο που της αρμόζει. Ο έρωτας δεν παρουσιάζεται ροζ αλλά σαν να ανήκει στα θρίλερ. Δεν είναι μόνο γυναικεία υπόθεση αλλά και βαθιά ανδρική. Η θεματική του έργου αφορά κυρίως τα διλήμματα και τους προσωπικούς στόχους που χτίζουμε παγιδεύοντας το συναίσθημα και τις διεξόδους που προσπαθούμε να βρούμε. Ο James Gray γεμίζει την ταινία του με μία υποδόρια απειλητική ατμόσφαιρα και ο φακός του εστιάζει στον πρωταγωνιστή-μούσα του. Πραγματεύεται την ανθρώπινη ανάγκη για έρωτα και τη χτίζει γύρω από σκούρο φόντο, μελαγχολική ατμόσφαιρα, καταθλιπτική διάθεση. Καταφέρνει να δείξει πώς η εμμονή καταντά το αντικείμενο του πόθου κάποιου που καμιά φορά αντικαθιστά τον άνθρωπο και τον ίδιο τον έρωτα. Εξαιρετική σκηνοθεσία με πολύ καλή ανάπτυξη χαρακτήρων και ενδιαφέρουσα μουσική επένδυση. Ωστόσο η ταινία πάσχει, ενώ είναι εμπλουτισμένο με διακριτικές λεπτομέρειες, καταφεύγει σε ιδέες που δεν λειτουργούν εξολοκλήρου. Ο τίτλος είναι λίγο παραπλανητικός. Όσον αφορά την ηθοποιία, όλες οι ερμηνείες κάθονται σωστά χωρίς άσκοπες εξάρσεις. Όλο το καστ εξυπηρετεί την ήπια ατμόσφαιρα του έργου. Ο Phoenix δίνει υπέροχη ερμηνεία. Στηρίζει την ταινία, καθώς διάλογοι, σιωπές, φωτισμοί, όλα περιστρέφονται γύρω από την ιδιοσυγκρασιακή γοητεία του. Η Paltrow τοποθετείται εξίσου σκοτεινά, πολύ καλή στο ρόλο της. Γενικά το έργο καταφέρνει να κεντρίσει το ενδιαφέρον του θεατή, τελικά όμως τον αφήνει με μία θολή αίσθηση για το που να εστιάσει. Δ.Χ.
Κριτικές

Το ερωτικό δράμα του James Gray περιστρέφεται γύρω από δύο έρωτες, όπως υποδηλώνει ο ελληνικός τίτλος, οι οποίοι όμως είναι καταδικασμένοι να μην ανθίσουν ποτέ πραγματικά: τα δυνατά και ανιδιοτελή αισθήματα της Sandra για τον Leonard δεν έχουν ποτέ ουσιαστική και ισάξια ανταπόκριση, ενώ το πάθος του Leonard για την Michelle αντιμετωπίζεται από εκείνη ελαφρά και απερίσκεπτα. Οι ίδιοι χαρακτήρες που είναι θύτες στη μία σχέση είναι θύματα σε μια άλλη, αφού τα συναισθήματά τους δεν είναι σχεδόν ποτέ αμοιβαία. Και το ερωτικό σχήμα που δημιουργείται έχει εντέλει μόνο χαμένους, αφού οι δύο έρωτες του τίτλου μένουν με την τελευταία σκηνή είτε ανεκπλήρωτοι, είτε συμβατικά μόνο ολοκληρωμένοι.
Ιδιαίτερα αληθοφανές και γι' αυτό τόσο θλιμμένο και μελαγχολικό στον πυρήνα του, το φιλμ του Gray τοποθετεί στον κέντρο της ιστορίας του τύπους ανθρώπων που όλοι έχουμε συναντήσει στην πραγματική ζωή και τους παρακολουθεί στενά, χωρίς όμως να τους κρίνει, καθώς παραπατούν στη δύσκολη διαδρομή προς την προσωπική ευτυχία. Κι αν οι εξαιρετικές ερμηνείες τόσο από το πρωταγωνιστικό τρίγωνο, όσο και από τους περιφερειακούς χαρακτήρες κάνουν το αποτέλεσμα ακόμα πιο ρεαλιστικό, το τελικό αίσθημα καθώς πέφτουν οι τίτλοι του τέλους είναι μια πικρή γεύση, ακριβώς γιατί οι αλήθειες του «Two Lovers» είναι αυτές πληγώνουν και έξω από την κινηματογραφική αίθουσα.

Μαριάννα Ράντου


ΘΑ ΧΥΘΕΙ ΑΙΜΑ
THERE WILL BE BLOOD - 2007






Σκηνοθεσία: Paul Thomas Anderson

Πρωταγωνιστούν: Daniel Day-Lewis, Paul Dano, Ciaran Hinds, Kevin J. O'Connor, Jacob Stringer, Matthew Braden Stringer, Ciarán Hinds
Περίληψη
Ένας μεγιστάνας του πετρελαίου ανακαλύπτει, στις αρχές του 20ου αιώνα, μια πλούσια φλέβα πετρελαίου σε μια μικρή κωμόπολη, που μετατρέπεται από την ανακάλυψη σε πόλο έλξης για πολλούς ανθρώπους. Μήλο της έριδας γίνεται το ράντσο μιας οικογένειας θρησκευόμενων, στο οποίο υπάρχει μια σημαντική πετρελαιοπηγή. Ανάμεσα στους ανθρώπους της πόλης που αναζητούν μια καλύτερη μοίρα, βρίσκεται ένας νεαρός ιεροκήρυκας, που καταφέρνει να συσπειρώσει γύρω του τους πιστούς εργάτες που ζούνε σε άθλιες συνθήκες...
Σχολιασμός
Ένα επικό, εσωστρεφές, μεγαλόπνοο, εντυπωσιακά πρωτότυπο και ξεχωριστό έργο που συναρπάζει με την πολυπλοκότητα και την κινηματογραφική του τόλμη. Πολυσύνθετος ο χαρακτήρας του έργου αφού μπορεί να χαρακτηριστεί ιδιοφυές, τολμηρό, σκοτεινό, δύστροπο και συνάμα μεγαλειώδες. Ο Paul Thomas Anderson επικεντρώνεται στον πρωταγωνιστή και δίνει πνοή σε ένα φιλμ μοναδικό. Η έναρξη είναι βουβή μα αγωνιώδης, το φινάλε ζοφερό και μεγάλης έντασης. Αίσθηση του αρχετυπικού σε κάθε σκηνή, θρίαμβος υποκριτικής. Καταφέρνει να κρατήσει τις ισορροπίες ανάμεσα στο ειδικό και στο γενικό, τον πρωταγωνιστή και αυτό που αντιπροσωπεύει. Όσον αφορά τη θεματική της ταινίας, ο Anderson καταπιάνεται με έναν σκληρό και άκρως επίκαιρο κόσμο απογυμνωμένο από κάθε συναίσθημα όπου κυριαρχεί το παιχνίδι της εξουσίας και του χρήματος. Προσωποποιεί επί της οθόνης ολόκληρη τη σκοτεινή πλευρά της ανθρώπινης ύπαρξης. Επιδιώκει περισσότερο να προβληματίσει παρά να διασκεδάσει το θεατή. Η σύγκρουση της ανθρώπινης ματαιοδοξίας και της θρησκευτικής πίστης θα οδηγήσει την ταινία μέχρι το φινάλε. Ενδιαφέρουσες σκηνοθετικές επιλογές, μνημειώδης φωτογραφία και άριστη μουσική επένδυση. Εικόνα και ήχος συνεργάζονται τέλεια για να αποδώσουν την εποχή, την ψυχοσύνθεση του πρωταγωνιστή αλλά και ολόκληρης της Αμερικής τότε. Ο Daniel Day-Lewis ανταποκρίνεται άψογα σε έναν από τους δυσκολότερος ρόλους. Υποδύεται αλληγορικά έναν άπληστο άνθρωπο και απαλλάσσεται από κάθε ίχνος περιοριστικής ηθικής. Σαν χαρακτήρας στο έργο θα μπορούσε να χαρακτηριστεί εσωστρεφής, καχύποπτος, μονολιθικός, εγωμανής, υστερόβουλος, άπληστος, ψυχρός, κυνικός, συμφεροντολόγος. Πολύ καλός και ο Paul Dano στο ρόλο του ιερέα. Ένα από τα πιο τολμηρά και εκκεντρικά φιλμ των τελευταίων δεκαετιών. Μία εκρηκτική ταινία μεταφορικά και κυριολεκτικά, έτσι εξηγούνται 2 Oscar και 8 υποψηφιότητες. Δ.Χ.
Συντάκτης: Κώστας Χουβαρδάς

Έχουμε πέσει στην παγίδα των Όσκαρ και των βραβείων που συγκεντρώνει αυτή η ταινία για να ξεφύγουμε από την ουσία της. Και η ουσία είναι πως το "Θα Χυθεί Αίμα" είναι από εκείνες τις λίγες ταινίες που ξεπερνά τον χαρακτηρισμό "καλύτερη της χρονιάς" για να πάρει θέση δίπλα στα μεγαλύτερα κλασσικά έργα όλων των εποχών. Μπορεί κάποιοι να θεώρησαν υπερβολή την αποθέωση από τους κριτικούς και τον παραλληλισμό με τον "Πολίτη Κέιν". Σίγουρα η σύγκριση με μια ταινία που άλλαξε τα δεδομένα του κινηματογράφου δεν ευνοεί το αριστούργημα του Πολ Τόμας Άντερσον. Αλλά σίγουρο επίσης είναι πως έχουμε να κάνουμε ίσως με την πρώτη "Μεγάλη" ταινία του 21ου αιώνα. Η ιστορία ξεκινά στις αρχές του 20ου αιώνα, όταν ένας επιχειρηματίας θα εξελιχθεί σε μεγιστάνα του πετρελαίου και πολύ γρήγορα θα μετατρέψει ένα οικογενειακό ράντσο σε μια μικρή βιομηχανική πόλη. Όμως η "εξέλιξη" θα έχει δραματικές επιπτώσεις στον ίδιο, την οικογένεια του, τις σχέσεις του με τους ανθρώπους αλλά και ένα φανατικό ιεροκήρυκα που θα του αντισταθεί. Η υπόθεση είναι λίγο πολύ αυτή αλλά δεν είναι ο μοναδικός λόγος για να δείτε την ταινία. Δείτε τη για το μεγάλο Ιρλανδό Ντάνιελ Ντέι Λούις που κέρδισε τη Χρυσή Σφαίρα για δραματική ερμηνεία και - παίξτε στοίχημα - θα πάρει το δεύτερο του Όσκαρ Α' Ανδρικού Ρόλου, μετά το "Αριστερό μου Πόδι". Δείτε τη και για τον καλύτερο νέο Αμερικάνο σκηνοθέτη Πολ Τόμας Άντερσον που μας καθήλωσε με το "Ξέφρενες Νύχτες" και τη "Μανόλια". Τέλος δείτε την για να λέτε σε 20 χρόνια πως την είχατε δει...


Κυριακή, 14 Ιουνίου 2009


SWEENEY TODD: Ο ΦΟΝΙΚΟΣ ΚΟΥΡΕΑΣ ΤΗΣ ΟΔΟΥ ΦΛΙΤ
SWEENEY TODD: THE DEMON BARBER OF FLEET STREET (2007)




Σκηνοθεσία: Tim Burton

Πρωταγωνιστούν: Johnny Depp, Helena Bonham Carter, Alan Rickman, Timothy Spall, Sacha Baron Cohen
Περίληψη
Ο γνωστός με το όνομα Benjamin Barker (Johnny Depp) ήταν κάποτε ένας ευτυχισμένος οικογενειάρχης που καταδικάστηκε άδικα σε εξορία. Επιστρέφοντας πλέον ως Sweeney Todd μαθαίνει πως η γυναίκα του είναι νεκρή κι η κόρη του βρίσκεται στα χέρια του δικαστή που τον εξόρισε, του Turpin (Alan Rickman). Διψώντας για εκδίκηση, στήνει ένα μπαρμπέρικο θανάτου με συνεργό την κυρία Lovett (Helena Bonham Carter), η οποία κρατά ένα μαγαζί με τις χειρότερες πίτες του Λονδίνου.
Σχολιασμός
Αιματοκυλισμένο, εντυπωσιακά στυλιζαρισμένο, καλλιτεχνικά αψεγάδιαστο, γεμάτο σκοτάδι και μελωδικότητα. Ο Tim Burton ξεπερνάει τον εαυτό του με αυτό το αλλόκοτο μιούζικαλ αλλά δεν πιάνει την οροφή. Μία μανιασμένη και απολαυστικότατη ιστορία εκδίκησης γεμάτη από οργισμένα συναισθήματα και συνάμα μια περίεργη τρυφερότητα καθώς και ισχυρές δόσεις τραγικής ειρωνείας. Μαύρο χιούμορ, τρόμος, εφιαλτική ατμόσφαιρα τραγικοί χαρακτήρες και μια συναρπαστική πολιτική αλληγορία. Ένας σκοτεινός, αιματοβαμμένος κόσμος που τραγουδάει. Συγγενεύει με την όπερα και βασίζεται σε μια αναπάντεχη πλοκή. Η θεματική υπό γοτθικό φόντο, και ο Burton επιτυγχάνει αποκοπή από το μελό και τη συναισθηματική ηθική των πρωταγωνιστών. Αναπαριστά πολύ όμορφα την ατμόσφαιρα της βικτωριανής εποχής, χωρίς να αφήνει περιθώριο συγκρίσεων. Παρουσιάζει ένα μαγευτικό και ταυτόχρονα αποκρουστικό Λονδίνο, όπου οι αποχρώσεις του μολυβί επικρατούν και οι μελωδίες αμφιταλαντεύονται ανάμεσα στο μίσος και την αγάπη. Οι ερμηνείες των τριών πρωταγωνιστών μας αφήνουν έκπληκτους. Ο Johnny Depp καταφέρνει και εδώ να διατηρήσει ένα υψηλό επίπεδο ερμηνείας ˙ μία μνημειώδη ερμηνεία σκοτεινής μεγαλοπρέπειας. Αποδίδει με αξιοπρόσεκτα φωνητικά προσόντα τον τραγουδιστικό του ρόλο. Η Helena Bonham Carter στέκεται επάξια στο πλευρό του όντας πλήρης και απολαυστική. Ένα από τα απολαυστικότερα κινηματογραφικά μιούζικαλ, αυστηρά προορισμένο για το ενήλικο κοινό με ανοχή στα κοψίματα και στο αίμα, ωστόσο μπορεί να προσελκύσει κοινό που δεν αρέσκεται απαραίτητα στο είδος. Δ.Χ.



Κριτικές

Του ΓIΩPΓOY KPAΣΣAKOΠOYΛOY

Aν η λέξη μιούζικαλ φέρνει (δικαίως) στο μυαλό των περισσότερων camp υπερβολές, φορέματα με παγέτες και τη Mάρθα Kαραγιάννη να καίει τα κεφτεδάκια ενόσω περιγράφει τον άντρα που θα παντρευτεί, στον εγκέφαλο του Tιμ Mπάρτον οι συνάψεις μοιάζουν να γεννούν εικόνες που βουλιάζουν στην ομίχλη, ξεβάφουν από χρώμα κι αφήνουν μόνο τις κόκκινες σταγόνες του αίματος να λάμψουν. Θα μπορούσε κανείς να πει πως το μυαλό του Mπάρτον γεννά αποκλειστικά τέτοιες εικόνες –μουχλιασμένα νεκροταφεία, απροσάρμοστους ήρωες, καταραμένους έρωτες–, όμως ποτέ μέχρι σήμερα η βουτιά του στην πισίνα του σκοταδιού δεν εκτελέστηκε με τέτοιο βαθμό δυσκολίας, τέτοια αποφασιστικότητα, τόση αρτιότητα. Tο “Sweeney Todd” μπορεί να μην ήταν αρχικά δικό του παιδί, όμως το μιούζικαλ του Στίβεν Σοντχάιμ υιοθετήθηκε με αγάπη από τον καινούργιο του δημιουργό. H ιστορία ενός κουρέα που ζητά εκδίκηση για την καταστροφή της ζωής του και το θάνατο της γυναίκας του στο βικτοριανό Λονδίνο, είχε να επιδείξει αρκετό κυνισμό ήδη από τις παρτιτούρες και τους στίχους του Σοντχάιμ, όμως στα χέρια του Mπάρτον μεταμορφώνεται σε ένα αληθινά μισανθρωπικό έπος, ένα αδιαπέραστο κομμάτι νύχτας το οποίο καμιά αχτίδα φωτός δεν μπορεί να διαπεράσει. Tο χιούμορ είναι απόλυτα μαύρο, ο έρωτας δεν θριαμβεύει, η εκδίκηση δεν είναι γλυκιά, η εμμονή αγγίζει την τρέλα, η βία είναι σχεδόν επώδυνη. Aυτό το πανηγύρι της σκληρότητας εικονογραφείται μέσα από την πάντα ιδιοφυή ματιά του Mπάρτον σαν μια διεστραμμένα ρομαντική ταινία εποχής, που αφήνει σιγά σιγά την τραγωδία που κρύβεται πίσω της για να αποκαλυφθεί, και ντύνεται με την εξαίσια μουσική και τα τραγούδια του έργου, που άδουν ο Tζόνι Nτεπ, η Έλενα Mπόναμ Kάρτερ και οι υπόλοιποι ηθοποιοί του καστ – όχι με τις φωνές εκπαιδευμένων τραγουδιστών, αλλά με το πάθος, την ένταση, τη βραχνάδα και τους κόμπους τσακισμένων ανθρώπων. H «ξεβαμμένη» φωτογραφία του Nτάριους Bόλσκι, τα ταλαιπωρημένα κοστούμια της Kολίν Άτγουντ και τα σκονισμένα σκηνικά του Nτάντε Φερέτι δίνουν στον κόσμο της ταινίας τη φθαρμένη ποιότητα που ονειρεύτηκε ο Mπάρτον και μεταμορφώνουν το φιλμ σε μια σχεδόν επώδυνα όμορφη εμπειρία για τα μάτια.


ΤΟ ΤΕΛΕΥΤΑΙΟ ΣΠΙΤΙ ΑΡΙΣΤΕΡΑ


Θρίλερ.

Σκηνοθεσία : Ντένης Ιλιάδης.

Πρωταγωνιστούν : Σάρα Πάξτον, Τόνι Γκόλντουιν, Μόνικα Πότερ.



Περίληψη


Το ίδιο βράδυ που φτάνουν στο απομόνωμένο σπίτι δίπλα στη λίμνη Κόνιλνγουντ, η Μαρί και η φίλη της , Πέιτζ, πέφτουν θύματα απαγωγής από τον ψυχοπαθή δραπετη Κρουγκ και τη συμμορία του. Τρομοκρατημένη κι ενώ οι απαγωγείς τις την θεωρούν νεκρή, η Μαρί ξέρει ότι η μόνη ελπίδα της για να επιζήσει είναι να καταφέρει να φτάσει στους γονείς της.



Σχολιασμός


Πρόκειται για το ριμέικ της ομόνημης ταινίας τρόμου που είχε γυριστει το 1972 από τον Γουές Κρέιβεν, που σε αυτήν την ταινία βρίσκεται στην καρέκλα του παραγωγού. Η ταινία αυτή σηματοδοτεί το κινηματογραφικό ντεμπούτο στην Αμερική του δικού μας Ντένη Ηλιάδη, σκηνοθέτη του Hardcore. Δεν υπάρχει περίπτωση να χάσετε την συγκεκριμένη ταινία τρόμου! Έχουμε την παρθενική είσοδο Έλληνα σκηνοθέτη στο mainstream-εμπορικό Hollywood και αυτό δεν το βλέπουμε συχνά. Όταν μάλιστα και το αποτέλεσμα είναι από καλό έως πάρα πολύ καλό, δεν μένουν πολλοί λόγοι για να μην δείτε αυτή την ταινία. Το αποτέλεσμα είναι μια πολύ καλή ταινία τρόμου, αμερικανιά μεν, από αυτές που λατρεύουμε δε. Ο Ηλιάδης πέρνει τον χρόνο του για να ξετυλίξει τις διάφορες σκηνές και επιταχύνει μόνο στο τελευταίο μισάωρο. Κάνει ωραία πλάνα, που ξαφνιάζουν μερικές φορές και γενικά δημιουργεί το απαραίτητο suspense, βοηθούμενος και από την πολύ φίνα δουλειά της Sharon Meir στην φωτογραφία, αλλά και από τις κατάλληλες ερμηνείες του cast (ξεχωρίζουν η Monica Potter, η Sara Paxton και ο κακός Garret Dillahunt). Με θετικές κριτικές από πολλά μεγάλα περιοδικά της Αμερικής, αλλά και με κάτι παραπάνω από ικανοποιητικό box office , η ταινία είναι σε θέση να ανταγωνιστεί μεγαλιώδης ταινίες τρόμου που παρήλασαν από τις μεγάλες οθόνες του κινηματογράφου.Β.Σ.

Τετάρτη, 10 Ιουνίου 2009


ΕΞΟΛΟΘΡΕΥΤΗΣ: Η ΣΩΤΗΡΙΑ



Περιπέτεια φαντασίας.

Σκηνοθεσία: Μακ Τζι.

Πρωταγωνιστούν : Κρίστιαν Μπέιλ, Σαμ Γουόρδινγκτον, Έλενα Μπόναμ Κάρτερ, Μπράις Ντάλας Χάουαρτ, Άντον Γέλτσιν.
Περίληψη
Η ταινία διαδραματίζεται το 2018-πολλά χρόνια μετά την Ημέρα της Κρίσης- με τον Κρίστιαν Μπέιλ να υποδείεται τον ρόλο του Τζον Κόνορ, του ανθρώπου που θα οδηγήσει την ανθρωπότητα στη μάχη ενάντια στο Skynet και στον στρατό των Εξολοθρευτών. Όμως η άποψη του Κόνορ για το μέλλον, αυτή με την οποία ανατράφηκε, θα κλονιστεί από την εμφλανιση του Μάρκους Ράιτ, ενός αγνώστου που η τελευταια του ανάμνηση ταυτίζεται με την θανατική του καταδίκη. Ο Κόνορ θα πρέπει να αποφασίσει αν ο Μάρκους έχει σταλεί από το μέλλον ή εχει διασωθεί από το παρελθόν.
Σχολιασμός
Μετά και την τέταρτη ταινία θρυλικού franchise του 'Εξολοθρευτή', μπορούμε επιτέλους να ξεχάσουμε οριστικά το #3 θεωρώντας το ως μη γενόμενο. Γιατί μετά τα αξεπέραστα στο είδος τους «Τerminator» και «Terminator 2: Judgement Day» του James Cameron, το «Rise Of the Machines» του Mostow έμοιαζε με φτωχό συγγενή, γερασμένο, θλιβερό και αδιάφορο όπως ο T-800 του Schwarzenegger εν έτει 2003.
Και φυσικά, μπορεί να απαιτείται υπερβολικά καλή διάθεση για να τοποθετήσουμε το «Terminator Salvation» στο ίδιο βάθρο με τα πρώτα δύο φιλμ, όμως οφείλουμε αναγνωρίσουμε ορισμένα στοιχεία στην ταινία του McG. Όπως ότι φαίνεται επιτέλους να απαγκιστρώνεται από την ανεξίτηλη παρουσία του Schwarzenegger των ταινιών του Cameron, θέτοντας ξεκάθαρα μία νέα 'φάτσα' σε πρώτο πλάνο. Κάτι για το οποίο ο ραγδαία ανερχόμενος και τετραπέρατος υποκριτικά Christian Bale ήταν σίγουρο πως θα μπορούσε να πετύχει με χαρακτηριστική άνεση. Επίσης, επιχειρείται μία μερικώς συγκρατημένη σύνδεση μέσω ποικίλων αναφορών με τα προηγούμενα μέρη της ιστορίας (εξαιρώντας πάντοτε το '3') ούτως ώστε να διατηρούν το κοινό στο αγαπημένο, γνώριμο σύμπαν της σειράς. Έτσι, εμφανίζονται αρκετοί νέοι χαρακτήρες μαζί με τους δύο γνώριμους, τον John Connor και τον πατέρα του, Kyle Reese (Anton Yelchin).
Προσεγγίζοντας το «Terminator Salvation» στο πλαίσιο της φουτουριστικής περιπέτειας, το αποτέλεσμα αποδεικνύεται ελκυστικό, ξεπερνώντας τους ανταγωνιστές τύπου... «Transformers». Διαθέτει αριστοτεχνικά ειδικά εφέ και σκηνές που εκτοξεύουν την αδρεναλίνη, στήνει έναν απειλητικό κόσμο, είναι συμπαθητικά σκηνοθετημένο, κλιμακώνει προβλέψιμα αλλά επιτυχημένα τη δράση και στο τέλος σε αποχαιρετά χωρίς περιττά προσχήματα για το επερχόμενο sequel. Όσο όμως κι αν καταφέρνει ως προϊόν να σταθεί με ευκολία, παραμένει ξεκάθαρα υποδεέστερο των πρωτοποριακών ταινιών του Cameron. Από τη μία, είναι εξόφθαλμη κι αναντικατάστατη η απουσία ενός εμβληματικού χαρακτήρα θηλυκού γένους σαν εκείνον της Linda Hamilton ως Sarah Connor. Επομένως, το απώτερο ζητούμενο για έναν «Terminator» που δεν είναι άλλο από το να πρωτοπορεί, δυστυχώς αναβάλλεται, τουλάχιστον μέχρι τον επόμενο. Υποχρεώνοντάς μας, φυσικά να κρατάμε όλο και πιο μικρό καλάθι... Β.Σ.

Τρίτη, 9 Ιουνίου 2009


Changeling

Η Ανταλλαγή - 2008



Σκηνοθεσία: Clint Eastwood

Παίζουν: Angelina Jolie, Jeffrey Donovan, Colm Feore, John Malkovich, Jason Butler Harner, AmyRyan, Michael Kelly

Υπόθεση


Los Angeles 1928: Ένα Σάββατο πρωί, σ' ένα εργατικό προάστιο του Los Angeles, η Κριστίν χαιρετά το γιο της Γουόλτερ και πηγαίνει εκτάκτως στη δουλειά. Όταν επιστρέφει, διαπιστώνει πως ο γιος της έχει εξαφανιστεί από το σπίτι. Μια άκαρπη έρευνα ακολουθεί για την εύρεση του παιδιού και μήνες μετά, η αστυνομία βρίσκει ένα αγόρι που ισχυρίζεται ότι είναι ο εννιάχρονος γιος της Κριστίν. Η ίδια δεν το πιστεύει, αλλά αναγκάζεται να δεχτεί το αγόρι σπίτι της, πιεζόμενη από την αστυνομία. Με τον καιρό συνειδητοποιεί ότι οι γυναίκες της εποχής δεν τολμούν να αντιταχθούν στη θέληση της αστυνομίας και να αποκαλύψουν το δίκιο τους. Καταδικάζεται σε εγκλεισμό σε ψυχιατρική κλινική ως παράφρων. Στο πλευρό της, όμως έχει τον αιδεσιμότατο Briegleb ο οποίος είναι ταγμένος στην εύρεση του παιδιού και στην αποκάλυψη της αλήθειας. Η ταινία είναι βασισμένη στο βιβλίο του J. Michael Straczynski.

Κριτική

Ταυτόχρονα καθηλωτική αστυνομική ταινία και κοινωνικό δράμα. Τρία τα βασικά στοιχεία στην ταινία: ο προσωπικός αγώνας μιας μητέρας, η διαφθορά των αστυνομικών και πολιτικών Αρχών, η ανατριχιαστική ιστορία ενός ψυχοπαθούς δολοφόνου. Πολύ καλή η σκηνοθεσία του Clint Eastwood, ανθρωποκεντρική με έμφαση στις αντιδράσεις της πρωταγωνίστριας που δίνονται με φυσικότητα, χωρίς μελοδραματισμούς. Το κυρίως θέμα είναι δυνατό από μόνο του και επιτυγχάνεται εύκολα η ταύτιση του θεατή με τον κύριο ήρωα. Το κέντημα της πλοκής γίνεται με σκληρό, ρεαλιστικό τρόπο. Ποικίλες είναι οι δραματουργικές κορυφώσεις, το έργο παρουσιάζεται ελκυστικό, σκοτεινό και δίνεται έμφαση στη λεπτομέρεια. Θα μπορούσε να γίνει οικονομία χρόνου στο τέλος ωστόσο παρά τη μεγάλη έκταση του έργου, το ενδιαφέρον παραμένει αμείωτο σε όλη τη διάρκειά του καθώς και η αγωνία που δημιουργείται από τα δρώμενα και τις ανατροπές. Στην ταινία το σύστημα Αξιών απαξιώνεται, ο ανθρώπινος παράγοντας εξυψώνεται και το προσωπικό δράμα παίρνει όλα τα συναισθήματα που το χαρακτηρίζουν: πόνος, λύπη, οργή, δικαιοσύνη, σεβασμός, εξαγνισμός. Η μεταφορά της αληθινής ιστορίας σε κινηματογραφικό δράμα γίνεται αριστοτεχνικά και ο Eastwood απέδωσε πολύ καλά την εποχή. Άριστη φωτογραφία και μουσική επιμέλεια. Πολύ δυνατή η ερμηνεία της Angelina Jolie, στο ρόλο της παρουσιάζεται ως ευγενική φιγούρα, υποτονική, μία απροστάτευτη κυρία, η τραγική φιγούρα μιας μάνας. Οι ερμηνείες των υπολοίπων ηθοποιών εξίσου καλές, με τον John Malkovich να ξεχωρίζει υποδυόμενος το δυναμικό κληρικό και υπέρμαχο της δικαιοσύνης. Ένα δράμα που δεν αφήνει κανέναν αδιάφορο και στο οποίο ο ορισμός του “ολοκληρωμένου σινεμά” βρίσκει την εφαρμογή του.Δ.Χ.

ΚΡΙΤΙΚΗ: ΝΙΝΟΣ ΦΕΝΕΚ ΜΙΚΕΛΙΔΗΣ


Για ακόμη μια φορά, με την ταινία του «Η ανταλλαγή», ο βραβευμένος με Οσκαρ («Οι ασυγχώρητοι») Κλιντ Ίστγουντ επιβεβαιώνει πως είναι ένας από τους πιο σημαντικούς σκηνοθέτες που εργάζονται σήμερα στο Χόλυγουντ. Θέμα της ταινίας, ο πεισματικός αγώνας μιας γυναίκας για την απονομή δικαιοσύνης, μέσα από τις προσπάθειές της να βρει τον εξαφανισμένο γιο της, αποκαλύπτοντας παράλληλα τη διαφθορά και την κατάχρηση εξουσίας από την αστυνομία.Η ιστορία, βασισμένη σε ένα αληθινό γεγονός, καταγράφει τις προσπάθειες μιας μοναχικής μητέρας, στο Λος Αντζελες του 1928, ν' ανακαλύψει τον απαχθέντα μικρό της γιο, πράγμα στο οποίο η εκεί αστυνομία, γνωστή τότε για τη διαφθορά και τα σκάνδαλά της, όχι μόνο δεν βοηθά, αλλά και, για να καλύψει την ανικανότητά της που έχει γίνει θέμα επίθεσης από τον πάστορα τοπικού ραδιοφώνου, διαστρεβλώνει τα γεγονότα, παρουσιάζοντάς της ένα άλλο παιδί και πιέζοντάς την να το δεχτεί ως γιο της. Εκείνη όμως συνεχίζει τον αγώνα, με τη βοήθεια του πάστορα, παρουσιάζοντας αδιάσειστα στοιχεία που αποδεικνύουν πως αυτός δεν είναι ο γιος της, με αποτέλεσμα να την απομονώσουν σε ψυχιατρείο για να της κλείσουν το στόμα.Ο Ίστγουντ αφηγείται τον αγώνα της γυναίκας με την οικονομία και την ωριμότητα που χαρακτηρίζει όλο το τελευταίο, θαυμάσιο έργο του. Η κάμερά του αφηγείται με άνεση, μετρημένο, άψογο ρυθμό, χωρίς εξάρσεις, πάντα όμως χωρίς να παρεκκλίνει από τον κύριο στόχο του, με μια ωραία, ατμοσφαιρική μουσική (που έγραψε ο ίδιος), με εικόνες δυνατές, συχνά καφκικές, έντονα ρεαλιστικές (όπως σ' εκείνες των γυναικών στο ψυχιατρείο), με σασπένς όταν αυτό είναι απαραίτητο, οδηγώντας μας κατ' ευθείαν στο στόχο του: να μας αποκαλύψει το μέγεθος της διαφθοράς που ξεκινάει από την κορφή της πυραμίδας για να φτάσει ως τα πιο χαμηλά επίπεδα.Σχόλιο όχι μόνο πάνω σε μια συγκεκριμένη περίοδο -εκείνη της δεκαετίας του '20- αλλά και στη σημερινή εποχή μας (ας μην ξεχνάμε την υπόθεση Σίμπσον). Στις πολλές αρετές της ταινίας και οι θαυμάσιες, όπως πάντα, ερμηνείες, μ' επικεφαλής την Αντζελίνα Τζολί, που ενσαρκώνει με δύναμη και πάθος τη βασανισμένη μητέρα (ρόλο σίγουρα οσκαρικό), τον Τζον Μάλκοβιτς πολύ καλός στο ρόλο του πάστορα και τον άγνωστό μας Τζέισον Μπάτλερ Χάρνερ, τέλειο στο ρόλο του απαθούς, χαμογελαστού, κυνικού, κατά συρροή δολοφόνου.


DOUBT (2008)
Αμφιβολία




Σενάριο-Σκηνοθεσία: John Patrick Shanley

Παίζουν: Meryl Streep, Philip Seymour Hoffman, Amy Adams, Viola Davis
Υπόθεση

Στην συντηρητική κοινωνία της Αμερικής του ’60, σ’ ένα καθολικό σχολείο γίνεται δεκτός ο πρώτος έγχρωμος μαθητής. Το 12χρονο αγόρι θα πάρει υπό την προστασία του ο ιερέας της ενορίας. Τη σχέση όμως αυτή θα την αντιμετωπίσει καχύποπτα η καλόγρια-διευθύντρια του σχολείου, η οποία θα προσπαθήσει με κάθε τρόπο να αποκαλύψει τις άσεμνες βλέψεις του ιερέα δίχως βέβαια να έχει καμία απόδειξη γι’ αυτό πέρα από την πίστη της στην ενοχή του.
Κριτική
Αναμφίβολα, πρόκειται για μια ταινία που βασίζεται στις δυνατές ερμηνείες των ηθοποιών της. Το cast σηκώνει το film στις πλάτες του. Εξαιρετική η ερμηνεία του Phillip Seymour Hoffman στο ρόλο του ιερέα, καλύτερη ίσως από αυτή της Meryl Streep που παρά τον επιβλητικό της χαρακτήρα στην ταινία, σε κάποια σημεία «χάνει». Πολύ καλή και η Amy Adams στο ρόλο της νεαρής καλόγριας όπως και η Viola Davis ως μητέρα του αγοριού που τα δίνει όλα στη σκηνή του διαλόγου με τη Meryl Streep. Βαθιά ηθογραφική ταινία όπου δίνεται μεγάλη έμφαση στους διαλόγους. Εξαιρετικό το κείμενο ωστόσο ο Shanley προσφέρει το ελάχιστο δυνατό στην κινηματογραφική απόδοση του έργου του με αποτέλεσμα να καταντά λίγο μονότονο και βαρετό. Δε σε καθηλώνει, δεν υπάρχει μεγάλη αλλαγή παραστάσεων. Περιέχει κάποιες, όχι και τόσο καλοδουλεμένες, συμβολικές εικόνες και είναι έντονη η θεατρική φύση του κειμένου. Το τέλος αφήνει το θεατή να αποφασίσει, δε δίνει απάντηση στο κεντρικό θέμα “αμφιβολία” και αυτό είναι το νόημα της ταινίας καθώς πρόκειται για ένα φαινόμενο που μαστίζει διαχρονικά την Αμερικανική κοινωνία. Τα λόγια του ιερέα στο τέλος μας μένουν «Η αμφιβολία μπορεί να έχει τόση δύναμη στη ζωή μας όσο και η σιγουριά». Ένας εναλλακτικός τίτλος ταινίας: Η αλήθεια είναι σκληρή υπόθεση. Γενικώς πολύ καλό και αξίζει τις πέντε υποψηφιότητες για όσκαρ, αλλά αφήνει την αίσθηση του ανολοκλήρωτου. X.Δ.


Σχολιασμός Ελισσάβετ Βέλιου

Βασισμένο στο ομώνυμο θεατρικό του John Patrick Shanley, ο οποίος επιμελήθηκε σενάριο και σκηνοθεσία στην κινηματογραφική του μεταφορά, πρόκειται για μια ταινία καθαρά ερμηνειών και χαρακτήρων που όσο κι αν προσπαθεί για το αντίθετο «μυρίζει» θέατρο στο μεγαλύτερο μέρος της. Όταν η ουσία του κινηματογράφου είναι το λεγόμενο «show don’t tell», που τονίζει την υπεροχή που θα πρέπει να έχει η εικόνα σε σχέση με τον διάλογο, το Doubt αποτυγχάνει να μείνει πιστό σε αυτόν τον κανόνα μίας και μεγαλύτερη έμφαση δίνεται στους διαλόγους και την αλληλεπίδραση μεταξύ των χαρακτήρων παρά στο στοιχείο της εικόνας.
Η ερμηνεία του Philip Seymour Hoffman (Truman Capote) στον ρόλο του ιερέα είναι εξαιρετική ενώ επίσης πολύ καλή είναι και η Amy Adams (Enchanted) στον ρόλο της αθώας νεαρής καλόγριας που γίνεται υποχείριο στη διαμάχη των δύο κεντρικών χαρακτήρων. Η Meryl Streep θα μπορούσε να θεωρηθεί θαυμάσια αν δεν έφτανε σε κάποια σημεία υπερβολής που έχουν σαν τελικό αποτέλεσμα την υποβάθμιση του ρόλου της σε είδος καρικατούρας και την δυσπιστία μας για το κατά πόσο ένας τέτοιος χαρακτήρας είναι αληθοφανής. Την ευχάριστη έκπληξη και κατά την προσωπική μου άποψη τον σημαντικότερο ίσως λόγο για να παρακολουθήσει κανείς την ταινία, αποτελεί η ερμηνεία της Viola Davis στον ρόλο της μητέρας του αγοριού. Σε μία από τις πιο δυνατές σκηνές της ταινίας, την αντιπαράθεση της με την διευθύντρια Meryl Streep, έρχεται αντιμέτωπη με ένα από τα ιερά τέρατα της έβδομης τέχνης και καταφέρνει να βγει νικήτρια πέρα από κάθε προσδοκία.
Το δυνατό χαρτί της ταινίας ωστόσο είναι το θέμα της, η ίδια η αμφιβολία. Η αμφιβολία μαστίζει την Αμερικανική κοινωνία από τον θάνατο του Κένεντι και τον πόλεμο του Βιετνάμ μέχρι τις πρόσφατες αιματηρές συνέπειες της πολιτικής του Μπούς. Οι θεωρίες συνομωσίας αποτελούν αναπόσπαστο κομμάτι της Αμερικανικής ταυτότητας, όπου κανείς σχεδόν δεν γνωρίζει ποιοι είναι οι «καλοί» και ποιοι οι «κακοί». Η διαχρονικότητα του θέματος αυτού βάζει τον θεατή σε σκέψεις από το πρώτο κιόλας πλάνο και όταν τελικά βγαίνεις από την αίθουσα δεν μπορείς παρά να αναλογίζεσαι τα λόγια του ιερέα σε κάποια στιγμή της ταινίας, ότι η αμφιβολία μπορεί να έχει τόση δύναμη και βαρύτητα στην ζωή μας όση και η ίδια η σιγουριά.




Hollywood Ending



ΣΚΗΝΟΘΕΣΙΑ: Γούντι Αλεν

Περίληψη
Οι εποχές που ο Βαλ Γουάξμαν μεσουρανούσε μοιάζουν να έχουν περάσει ανεπιστρεπτί. Ο βραβευμένος με δύο Oscar σκηνοθέτης πέφτει ολοένα χαμηλότερα. Προκειμένου να βγάλει τα προς το ζην, φτάνει στον παγωμένο Καναδά γυρίζοντας διαφημίσεις για αποσμητικά, αλλά ακόμα και εκεί απολύεται. Η μοίρα του φέρθηκε πολύ σκληρά. Ακόμα και η γυναίκα του, η Έλι, τον έχει παρατήσει για έναν μεγαλοπαραγωγό, τον Χαλ. Ενώ έχει φτάσει ένα βήμα πριν την απελπισία η τύχη δείχνει να του χαμογελά. H Galaxy Pictures, η εταιρία του Χαλ, πρόκειται να γυρίσει ένα ριμέικ μιας ταινίας του '40 που διαδραματίζεται στο Μανχάταν . Η πρόκληση είναι μεγάλη.Του δίνεται η ευκαιρία να αναστήσει την καριέρα του και ίσως την αγάπη ανάμεσα σε αυτόν και την πρώην σύζυγο του: "Θα σκότωνα γι' αυτή τη δουλειά, αλλά αυτοί που θα ήθελα να σκοτώσω είναι αυτοί που μου την προσφέρουν!".Επιπλέον, έχει να αντιμετωπίσει ένα απίστευτο team συνεργατών-από καλλιτεχνικό διευθυντή που θέλει να ξαναχτίσει το Central Park σε ένα στούντιο μέχρι κινέζο καμεραμάν που δε μιλάει αγγλικά! Η ένταση είναι τόσο μεγάλη που ο νευρωτικός σκηνοθέτης εξαιτίας μιας ψυχοσωματικής αντίδρασης σταδιακά τυφλώνεται. Δεν θα επιτρέψει όμως σε μια τόσο μικρή λεπτομέρεια να καταστρέψει τα πάντα. Τα γυρίσματα πρέπει να ολοκληρωθούν..
Σχολιασμός
Ένας εκκεντρικός, κουλτουριάρης και αντιεμπορικός σκηνοθέτης, δέχεται μια προσφορά από ένα στούντιο παραγωγής του οποίου ο ιδιοκτήτης είναι ο φίλος της πρώην γυναίκας του. Σε αυτό το σημείο μπλέκει σε μια εσωτερική πάλη νευρώσεων με αποκορύφωμα την ψυχοσωματική τύφλωσή του! Ο Woody Allen επιστρέφει στα πάτρια εδάφη . Για ακόμη μια φορά παίζει τον εαυτό του, δηλαδή ένα άνθρωπο νευρωτικό, με μονομανίες και εξαντλητικό φόβο του θανάτου – μαζί με κάθε μεταφορά φυσικά όπως το σκοτάδι, ο ύπνος, η λήθη και όλα τα συναφή που διδάσκονται οι πρωτοετείς ψυχολόγοι.Η σκηνοθεσία του είναι σαφής και εύστοχη, υποστηρίζει την ταινία χωρίς να είναι απαιτητική με αποτέλεσμα να είναι απλά ευχάριστη αφήνοντας την ουσία που είναι οι ευφυής χαρακτήρες και οι ξεκαρδιστικές σκηνές. Είναι πραγματική λύτρωση έστω και σποραδικά να βλέπουμε μια γνήσια κωμωδία που δεν εκβιάζει το γέλιο με φτηνά γκαγκς αλλά με πραγματικά έξυπνες ατάκες. Σεναριακά επίσης τα καταφέρνει πολύ όμορφα. Η υπόθεση είναι αβίαστα κατανοητή με ικανοποιητικό βάθος και εύθυμες ανατροπές. Ωστόσο, όλα επισκιάζονται από ένα αυτοσαρκαστικό χωρίς προηγούμενο Woody Allen. Δίνει μόνος του το ρυθμό της ταινίας και ενώ περιβάλετε από εξαιρετικούς ηθοποιούς περνά την αίσθηση ότι δεν του αφιερώνει αρκετό χρόνο, μετατρέπονται σε πιόνια ενός εγωκεντρικού αυνανισμού από πλευράς του Allen που δεν σταματάει πουθενά. Φ.Σ.

Κυριακή, 7 Ιουνίου 2009


BANK BANG



Σκηνοθεσία : Αργύρης Παπαδημητρόπουλος

Πρωταγωνιστές : Βασίλης Χαραλαμπόπουλος, Κώστας Βουτσάς, Δημήτρης Ήμελλος, Μαρίσσα Τριανταφυλλίδου
Περίληψη

Δύο αδέρφια, ο Μιχάλης και ο Νώντας, δουλεύουν σε γραφείο κηδειών και προσπαθούν να πιάσουν την καλή. Όμως, ο Νώντας έχει μπλεξίματα με την ελληνική μαφία και πρέπει να συγκεντρώσει άμεσα ένα διόλου ευκαταφρόνητο ποσό. Έτσι, προτείνει στον Μιχάλη να αρχίσουν να ληστεύουν τράπεζες. Για κακή τους τύχη, ο αρχηγός της αστυνομίας, προκειμένου να αντιμετωπίσει τη ραγδαία αύξηση της εγκληματικότητας, έχει αρχίσει να τοποθετεί μυστικούς αστυνομικούς στα υποκαταστήματα όλων των τραπεζών, κάνοντας τη ζωή των δύο αδερφών ακόμα δυσκολότερη. Η κατάσταση ξεφεύγει εκτός ελέγχου όταν ο Μιχάλης γνωρίζει τον έρωτα της ζωής του, στο πρόσωπο μία τραπεζικής υπάλληλου με ιδιαίτερα «γραφική» οικογενειακή ζωή…Το «Bank Bang» είναι μία απρόσμενη κωμωδία που κανείς δεν είναι αυτό που δείχνει, κανείς δεν κάνει αυτό που θα έπρεπε να κάνει και που τις συνέπειες όλων των παραπάνω δεν θα τις ευχόσασταν ούτε στο χειρότερο εχθρό σας! Είναι να τη χάσετε;
Σχολιασμός
Δύο αδέρφια διάγουν βίους αντίθετους παρά τις κοινές οικονομικές δυσχέρειες που αντιμετωπίζουν. Ο Νώντας (Δημήτρης Ήμελλος) δουλεύει σε γραφείο κηδειών, αλλά τα χρέη του προς τη μαφία απειλούν να φυτέψουν και τον ίδιο στο χώμα. Ο Μιχάλης (Βασίλης Χαραλαμπόπουλος), πρόσφατα και απρόσμενα απολυθείς, θα κληθεί να στηρίξει τον άσωτο αδερφό του. Μιας και οι λύσεις στερεύουν, οι ληστείες τραπεζών αποτελούν μονόδρομο. Το σχέδιο αρχικά αποδίδει, με την αστυνομία να αναγκάζεται να καταστρώσει σχέδιο μυστικών αστυνομικών που θα δουλεύουν ως τραπεζίτες. Μία εξ αυτών είναι και η Λένα (Μαρίσσα Τριανταφυλλίδου), την οποία όμως φλερτάρει ο ανυποψίαστος Μιχάλης.


Καλή κωμωδία χωρίς ανάλογο σενάριο δεν έχει παρατηρηθεί μέχρι σήμερα. Η θεμελιώδης αυτή αρχή απολύτως φυσιολογικά επιβεβαιώνεται κι εδώ, όπου το σενάριο του Βασίλη Χαραλαμπόπουλου έρχεται να φωτίσει το δρόμο στην αγνοούμενη εδώ και δεκαετίες αξιόλογη ελληνική κωμωδία. Ο βασικός πρωταγωνιστής καρπώνεται σε σημαντικό βαθμό τη σχεδόν βέβαιη επιτυχία του πιο διασκεδαστικού, φρέσκου κι έξυπνου εγχώριου φιλμ που είδαμε από την εποχή της πρώτης 'Λούφας'. Αντλεί ιδέες από δυνατά δείγματα γραφής του αμερικανικού σινεμά, στήνοντας έτσι έναν θεότρελο κόσμο καταστάσεων και χαρακτήρων που λειτουργούν θαυμάσια. Κι ενώ οι κινηματογραφικές αναφορές πατούν στην Αμερική, ο Χαραλαμπόπουλος μετουσιώνει αυτά τα 'εξωτερικά' ερεθίσματα γράφοντας μία επίκαιρη ιστορία με Ελληνικό DNA, που μιλά απευθείας στον ψυχισμό του εγχώριου κοινού.

Αποφασιστικά στα παραπάνω συνδράμει η συμμετοχή του Κώστα Βουτσά που προσδίδει ασταμάτητα δυναμικό ρυθμό κι αποδίδει σπαρταριστές ερμηνείες. Πέραν του πρωταγωνιστικού τρίο, οι διάφοροι πρωτεύοντες ή περιφερειακοί χαρακτήρες προσθέτουν το δικό τους ξεχωριστό λιθαράκι στο όλο εγχείρημα. Από τον 'πολλά βαρύ' πλην όμως gay διεφθαρμένο μπάτσο Μιχάλη Ιατρόπουλο και το συνεργάτη-σύντροφό του Γεράσιμο Σκιαδαρέση ως τον ιδιοκτήτη του γραφείου κηδειών Δημήτρη Μαυρόπουλο που κατεβαίνει υποψήφιος βουλευτής με μία ξεκαρδιστικά 'μαύρη' καμπάνια, όλοι τους αποδεικνύονται υπερπολύτιμα χαρτιά που οδηγούν σε μία φονικά χιουμοριστική (μαύρη) κωμωδία. Επιτέλους, βρίσκεται μία ελληνική παραγωγή που τολμά να ζητήσει απ' τους τηλεοπτικά αναγνωρίσιμους ηθοποιούς της να παίξουν 'κόντρα' ρόλους. Το αποτέλεσμα δικαιώνεται πανηγυρικά.

Σε αυτή τη ταινία πρέπει να πλέξουμε και το εγκώμιο του σκηνοθέτη Αργύρη Παπαδημητρόπουλου, η σκηνοθεσία του οποίου θύμισε μεγάλες παραγωγές του εξωτερικού. Κατά την άποψή μου, ένας τέλειος συνδυασμός σκηνοθέτη – σεναριογράφου – ηθοποιών, ο οποίος ξεπέρασε τις συνηθισμένες Ελληνικές ταινίες που θυμίζουν δίωρες τηλεοπτικές σειρές. Και όταν σε αυτόν τον επιτυχημένο συνδυασμό, προστίθενται το ατέλειωτο και αστείρευτο ταλέντο του Χαραλαμπόπουλου μαζί με το αιώνιο και αθάνατο χιούμορ του Κώστα Βουτσά, τότε οι πιθανότητες αποτυχίας είναι μηδαμινές. Ρ.Ν.
Σχολιασμός Άντας Δαλιάκα

Ο Μιχάλης, υπάλληλος σε αθηναϊκή εταιρεία, περιμένει από μέρα σε μέρα την προαγωγή του. Αντ αυτού, του έρχεται κατακέφαλα μια απόλυση που τον αφήνει μετέωρο επαγγελματικά και οικονομικά. Από την άλλη, ο Νώντας, ο αδερφός του, υπάλληλος σε γραφείο κηδειών, έχει μπλεξίματα με τη μαφία.

Οταν ο αρχιμαφιόζος, στον οποίο χρωστάει ένα διόλου ευκαταφρόνητο χρηματικό ποσό τον στριμώχνει για τα καλά, ο Νώντας ζητάει τη βοήθεια του αδερφού του. Το σχέδιό του είναι απλό: ν αρχίσουν να ξαφρίζουν τράπεζες για να μαζέψουν τα χρήματα.
Οι δυο τους γίνονται ληστές τραπεζών μπερδεύοντας την αστυνομία. Την ίδια ώρα, ο Μιχάλης, φουλ ερωτευμένος, πολιορκεί την «παράξενη» υπάλληλο ενός τραπεζικού υποκαταστήματος, η οποία όμως, όπως θα αποδειχθεί, έχει άλλη επαγγελματική ιδιότητα... Επιτέλους, μια ελληνική ταινία που μπορείς να συστήσεις και σε άλλους να δουν. Ενα εμπορικό πακέτο, που πείθει για την ποιότητά του ως το τελευταίο του καρέ. Που δεν κοροϊδεύει τον Ελληνα θεατή και μπορεί να διεκδικήσει επάξια τη μερίδα του λέοντος από τις ξένες παραγωγές που προβάλλονται αυτή την περίοδο στις αίθουσες.

Το «Βank Βang», δουλεμένο σκηνοθετικά από τον Αργύρη Παπαδημητρόπουλο πάνω στη σεναριακή γραμμή του Βασίλη Χαραλαμπόπουλου, αποτελεί παράδειγμα προς μίμηση για τον εγχώριο κινηματογραφικό χώρο που αδυνατεί να ξεφύγει από τη στείρα προσκόλλησή του στη μεταφορά του τηλεοπτικού μοντέλου στο σινεμά. Εδώ, ένα πολυπρόσωπο σενάριο, λειτουργικό σε διάφορα επίπεδα (ως κωμωδία, περιπέτεια, αισθηματική κομεντί και κοινωνική σάτιρα), μετατρέπεται στα χέρια του πρωτοεμφανιζόμενου σκηνοθέτη σε πρώτη ύλη για μια προσεκτική ανάμειξη των ειδών.
Αχτύπητοι σαν δίδυμο οι Μιχάλης Ιατρόπουλος και Γεράσιμος Σκιαδαρέσης (στους ρόλους των διεφθαρμένων αστυνομικών οι οποίοι συγγενεύουν με το αντίστοιχο μοντέλο των μπάτσων του «Ρulp Fiction»), φοβεροί ως αταίριαχτοι αδερφοί οι Βασίλης Χαραλαμπόπουλος και Δημήτρης Ημελλος, αποκαλυπτική στον πρώτο της μεγάλο κινηματογραφικό ρόλο η Μαρίσσα Τριανταφυλλίδου, απολαυστικός ο Κώστας Βουτσάς, ως αυτοκτονικός χήρος. Ακόμα κι αν τα ζιγκ-ζαγκ του σεναρίου θολώνουν την πλοκή προς το φινάλε, η ισορροπία ανάμεσα στους πολυπληθείς χαρακτήρες επιτυγχάνεται στο μέγιστο με τη φαντασία των δημιουργών ελεύθερη να ελίσσεται. Συμπέρασμα; Θα διασκεδάσετε με την ψυχή σας.

Τετάρτη, 3 Ιουνίου 2009


X-MEN ORIGINS: WOLVERINE



Σκηνοθεσία:
ΓΚΑΒΙΝ ΧΟΥΝΤ
Σενάριο:
ΝΤΕΙΒΙΝΤ ΜΠΕΝΙΟΦ
Ηθοποιοί:
ΧΙΟΥ ΤΖΑΚΜΑΝ , ΛΙΒ ΣΡΑΙΜΠΕΡ , ΧΙΟΥ ΤΖΑΚΜΑΝ , ΡΑΙΑΝ ΡΕΙΝΟΛΝΤΣ , ΝΤΑΝΙ ΧΙΟΥΣΤΟΝ , ΧΙΟΥ ΤΖΑΚΜΑΝ , ΛΙΝ ΚΟΛΙΝΣ
Διάρκεια:
107 λεπτά
Πρεμιέρα:
Τετάρτη, 29 Απριλίου 2009
Χρονολογία παραγωγής:
2009
Είδος ταινίας:
ΠΕΡΙΠΕΤΕΙΑ ΦΑΝΤΑΣΙΑΣ
Χώρα παραγωγής:
ΗΠΑ, ΑΥΣΤΡΑΛΙΑ, ΝΕΑ ΖΗΛΑΝΔΙΑ
Καταλληλότητα ταινίας:
ΚΑΤΑΛΛΗΛΟ ΑΝΩ 13
Κριτική κοινού:
***** (224 ψήφοι)

Περίληψη


Η ιστορία της πολυαναμενόμενης ταινίας δράσης περιγράφει το επικά βίαιο, αλλά και ερωτικό, παρελθόν του Wolverine, τη γνωριμία του με τον Βίκτορ Κριντ, αλλά και την εμπλοκή του με το μυστηριώδες πρόγραμμα Weapon X. Ο Wolverine έρχεται αντιμέτωπος με πολλούς μεταλλαγμένους, γνωστά αλλά και καινούρια πρόσωπα, ενώ οι θαυμαστές του κόμικ θα ενθουσιαστούν με τις απροσδόκητες εμφανίσεις πολλών από τους θρύλους του σύμπαντος των X-Men. Ο Χιου Τζάκμαν επιστρέφει στον ρόλο που τον έκανε διάσημο, αυτόν του Wolverine: του ατίθασου πολεμιστή με τις γενετικά ενισχυμένες αισθήσεις, που συγκρίνονται μόνο με αυτές των ζώων, και τις πρωτοφανείς θεραπευτικές ικανότητες,που μπορούν να γιατρεύουν οποιοδήποτε τραύμα. Στην καρέκλα του σκηνοθέτη κάθεται ο Γκάβιν Χουντ, σκηνοθέτης του βραβευμένου με Όσκαρ Καλύτερης Ξενόγλωσσης Ταινίας "Tsotsi", ενώ τον Τζάκμαν πλαισιώνουν οι Ράιν Ρέινολντς ("Άσσος στο Μανίκι"), Λιβ Σράιμπερ ("The Omen") και Ντάνι Χιούστον ("Τα Παιδιά των Ανθρώπων").

Σχολιασμός

Επιστροφή στο παρελθόν, για να γνωρίσουμε το ξεκίνημα του θρυλικού μεταλλαγμένου ήρωα Wolverine (Hugh Jackman), κατά κόσμον Jack Logan. Ο νεαρός Jack με τον αδελφό του Victor το σκάνε από το σπίτι τους, μετά από ένα τραγικό γεγονός. Αφού περιπλανηθούν τυχοδιωκτικά στον κόσμο, θα τους στρατολογήσει ο William Stryker (Danny Huston) σε ένα σώμα μεταλλαγμένων πολεμιστών. Λίγο αργότερα ο Wolverine αποσύρεται, όμως ο Stryker θα τον εντοπίσει χρόνια αργότερα για να του ζητήσει να επιστρέψει στην ενεργό δράση και στο νέο στρατιωτικό πρόγραμμα, 'Weapon X'.
Για το 'spin-off', του πιο ενδιαφέροντος χαρακτήρα του σύμπαντος των X-Men επιστρατεύτηκαν ονόματα που στα χαρτιά αποτελούσαν εγγύηση για την παραγωγή ενός φιλμ εγκεφαλικότερου από το μέσο comic movie. Κατά τη διάρκεια των γυρισμάτων ακούστηκαν φήμες για καλλιτεχνικές διαφωνίες μεταξύ του σκηνοθέτη και της παραγωγού εταιρείας, φήμες που απέκτησαν υπόβαθρο με την πραγματοποίηση συμπληρωματικών γυρισμάτων τον περασμένο χειμώνα (για τα οποία πάντως η Fox έβγαλε καθησυχαστική ανακοίνωση, διαβεβαιώνοντας τους φαν ότι ήταν προγραμματισμένα). Σαν να μην έφτανε αυτό η πολυαναμενόμενη αυτή παραγωγή δέχτηκε κι άλλο πλήγμα με τη διαρροή μιας κόπιας εργασίας στο διαδίκτυο. Χτυπημένος... από τη μοίρα, το «X-Men Origins: Wolverine» κάνει τελικά τα αποκαλυπτήριά του με στόχο να διαψεύσει τις Κασσάνδρες, μόνο που αυτή τη φορά τα νύχια του είναι από... καουτσούκ!
Σκηνοθετώντας το πρώτο του blockbuster ο Gavin Hood του «Tsotsi» και του «Rendition» χάνει το στοίχημα. Ένας επικός τόνος που δεν ταιριάζει με τη βασανισμένη και αντιηρωική φύση του χαρακτήρα, μια σειρά από κοινότυπες και ανιαρές στην πλειοψηφία τους action sequences και μια επιδερμική χαρακτηρολογική προσέγγιση είναι μερικά από τα χαρακτηριστικά αυτού του αποτυχημένου εγχειρήματος. Το σενάριο των David Benniof και Skip Woods περιλαμβάνει μεταξύ άλλων μια συνηθισμένη ιστορία εκδίκησης, μια βιβλικών διαστάσεων κόντρα ανάμεσα σε δυο αδέρφια, μυστικούς κυβερνητικούς οργανισμούς που σχεδιάζουν την κατασκευή του υπερ-στρατιώτη (σχέδιο που φυσικά ξεφεύγει από τον έλεγχο ελέω ενός παράφρονος στρατιωτικού που συνιστά ... 'μεμονωμένο περιστατικό') και την εμφάνιση μιας σειράς από χαρακτήρες του κόμικ που ελάχιστα εξυπηρετούν την πλοκή και έχουν περισσότερο ως στόχο το... 'σκούντημα στον ώμο' μεταξύ των fanboys που βλέπουν τους αγαπημένους τους χαρακτήρες να αποκτούν σάρκα και οστά (κάτι που καταρχάς δεν είναι αρνητικό, θα πρέπει όμως να συνοδεύεται και από...ψυχή). Σε ένα φιλμ όπου ο Wolverine πολλές φορές φαντάζει κομπάρσος στην ίδια του την ταινία και έχει υποστεί ευνουχισμό ως προς τον κυνισμό που τον διέκρινε στην κατά Bryan Singer εκδοχή, την παράσταση κλέβει ο Sabretooth του συνεπούς καρατερίστα Liev Schreiber.
Για να μην είμαστε άδικοι το «X-Men Origins: Wolverine» δεν είναι κακή επιλογή για ένα σχετικά ανώδυνο δίωρο (θα θέλαμε να πούμε και για χαβαλέ, αλλά οι δημιουργοί της ταινίας έχουν πάρει πολύ σοβαρά την όλη φάση). Ωστόσο (ίσως επειδή έχουμε κακομάθει από πρόσφατες υπερηρωικές κινηματογραφικές απόπειρες κι επειδή αγαπάμε το «Batman Returns» του Tim Burton) από την μεταφορά κόμικ ηρώων στον κινηματογράφο περιμένουμε πολύ περισσότερα από μια απλή παράθεση των υπερδυνάμεών τους στο πανί... Φ.Σ.

Δευτέρα, 1 Ιουνίου 2009


Ο ΗΛΙΑΣ ΤΟΥ 16ου



Σκηνοθεσία : Νίκος Ζαπατίνας

Πρωταγωνιστές : Πέτρος Φιλιππίδης, Θανάσης Τσαλταμπάσης, Θέμις Μπαζάκα



Περίληψη


Η ιστορία με λίγα λόγια... 50 χρόνια μετά, παραμένει... ασύλληπτος !Ο Ηλίας, ο Θωμάς και ο Βαγγέλης, τρία γκαρσόνια φίλοι, που οι υποχρεώσεις από δάνεια, κάρτες, ασφάλειες κλπ τους κυνηγούν καθημερινά, αποφασίζουν να κλέψουν τον κυρ-Λάμπρο, το αφεντικό του Βαγγέλη, ιδιοκτήτη καφετέριας, ενεχυροδανειστή και κλεπταποδόχο. Τη διάρρηξη θα την κάνει ο Θωμάς, ενώ ο Ηλίας, ντυμένος αστυφύλακας, θα φυλάει τσίλιες απ’ έξω. Την ώρα που ο ψευτο-αστυφύλακας περιπολεί στον δρόμο, σ’ ένα διπλανό σπίτι – χαρτοπαικτική λέσχη, γίνεται αντιληπτή η απώλεια ενός δακτυλιδιού και για την κλοπή κατηγορείται η κοπέλα που προσέχει τη γιαγιά. Ο Ηλίας καλείται να επέμβει και χωρίς να το καταλάβει αναλαμβάνει αστυνομικά καθήκοντα. Στο Τμήμα της περιοχής όπου καταλήγουν, ο Ηλίας ισχυρίζεται ότι ανήκει στη δύναμη ενός άλλου αστυνομικού τμήματος , του 16ου και απλώς έτυχε να περνά από εκεί. Αλλά και ο Θωμάς θα συλληφθεί τυχαία και θα οδηγηθεί στο Τμήμα, όπου ο Ηλίας θα καταφέρει να φέρει στην επιφάνεια την αλήθεια για την «κλοπή» αποδεικνύοντας την αθωότητα της κοπέλας. Θα καταφέρει επίσης να γίνουν γνωστές οι παρανομίες του αφεντικού του Βαγγέλη και να “αφεθεί” ελεύθερος ο Θωμάς...


Σχολιασμός


Ο Ηλίας, ο Θωμάς και ο Βαγγέλης, φίλοι και γκαρσόνια στο επάγγελμα, αποφασίζουν να κλέψουν τον πανούργο κυρ Λάμπρο, αφεντικό του τρίτου, ιδιοκτήτη καφενείου, ενεχυροδανειστή και κλεπταποδόχο. Και οι τρεις βρίσκονται σε ανάγκη καθώς πνίγονται από τα χρέη. Μόνο που η διάρρηξη δεν έχει την επιθυμητή εξέλιξη. Ο Θωμάς αναλαμβάνει να μπει στο σπίτι του Λάμπρου αλλά ο Ηλίας, ντυμένος αστυνομικός για να φυλάει τσίλιες, θα καταλήξει στο πλησιέστερο αστυνομικό τμήμα προσπαθώντας να διαλευκάνει την κλοπή ενός ακριβού δαχτυλιδιού από σπίτι γνωστών σπιτονοικοκύρηδων της περιοχής. Για την εξαφάνιση του κοσμήματος κατηγορείται άδικα η νεαρή τους υπηρέτρια...

Σεβαστό ριμέικ, στα πρότυπα των χολιγουντιανών "φτηνοπαραγωγών" (χωρίς μομφή), τηρουμένων των αναλογιών. Όταν στη Μέκκα του κινηματογράφου, πάνω από το 50% των projects που σχεδιάζονται αφορούν επανεκδόσεις παλιότερων ταινιών, τότε γιατί αυτή η σύγχρονη τάση να μην αντιγραφεί και στην "καθυστερημένη" ψωροκώσταινα; Αφού αποδίδει έξω, θ' αποδώσει και εδώ, λένε τα σοφά μυαλά των απόγονων του παλιού ελληνικού κινηματογράφου. Του λεγόμενου, "εμπορικού". Τι 1958, τι 2008...

Σύμβολο της ελληνικής κοινωνίας του 2008 που προσπαθεί να ισορροπήσει πάνω στην οικονομική... ανισορροπία της, ο Ηλίας είναι ένας καθημερινός ήρωας που πρέπει να αποκαταστήσει την τάξη, προστατεύοντας τους αδύναμους από τους καταχραστές. Σε μια εποχή γενικής παρακμής, το ριμέικ της δημοφιλούς κωμωδίας του Αλέκου Σακελλάριου, συμβαδίζει με την επικαιρότητα στήνοντας αυτί στο χρηματοοικονομικό βάσανο του σύγχρονου Ελληνα.
Το πρωτότυπο θεατρικό και κινηματογραφικό έργο δεν έδειξε ποτέ σημάδια γήρανσης, γι αυτό και η εκσυγχρονισμένη του εκδοχή πατάει πάνω στην σπινθηροβόλα κωμική φλέβα του σεναρίου του αρχικού διδύμου (Αλέκος Σακελλάριος Χρήστος Γιαννακόπουλος) για να δώσει τις καλύτερές της στιγμές.
Το μπρίο του Πέτρου Φιλιππίδη στοn ρόλο του Ηλία είναι το Α και το Ω στην επιτυχία των κωμικών σκηνών, που σίγουρα θα είχαν ουσιαστικότερο αποτέλεσμα αν υπήρχε και κινηματογραφική σκηνοθεσία.
Το τηλεοπτικό βλέμμα (όλη η ταινία είναι ένα μοντάζ κοντινών πλάνων χωρίς την παραμικρή δόση φαντασίας) δεν αφήνει το φιλμ να απογειωθεί ποτέ στ αλήθεια, ειδικά το πρώτο μέρος του, το οποίο κυλά διεκπεραιωτικά μέχρι να ξεκινήσει το δεύτερο, όπου βρίσκεται και όλο το μεδούλι των φαρσικών στοιχείων, εκεί όπου όλοι θα γελάσουν χάρη στη ζωντάνια του κειμένου, ειδικά στο κρεσέντο του πρωταγωνιστή στο αστυνομικό τμήμα.

Τηρουμένων των αναλογιών, ο ‘Ηλίας’ είναι μια πολύ ευχάριστη έκπληξη, που θα σας διασκεδάσει και θα σας προσφέρει το γέλιο, που η σύγχρονη ελληνική κωμωδία σας αρνούνταν. Διασκεδαστικό, κομμένο-ραμμένο πάνω σε έναν αυθεντικό Φιλιππίδη, διανθισμένο από πολλούς καλούς δεύτερους ρόλους και επιτέλους, σεναριακά καθωσπρέπει. Ο Ζαπατίνας δεν χρειάζεται να κάνει τίποτα περισσότερο από το να ακολουθάει τα κέφια των ηρώων του, την έξυπνη μη υπερμοντέρνα διασκευή, στην οποία βάζει χέρι βοηθείας και το ταιριαστό τοπίο της Πλάκας. Μπορεί ψυχρά να χαρακτηρίζω την ταινία ενδιαφέρουσα, την προτείνω και σε αυτούς που δεν είχαν βρει τίποτα να τους εκφράζει στην μετά Safe Sex εποχή. Γελάστε δίχως τύψεις… επιτέλους! Ρ.Ν.


Σχολιασμός Δημήτρη Παπαμίχου


Πιο συγκεκριμένα, στην ταινία ο "ΗΛΙΑΣ ΤΟΥ 16ου", η σκηνοθεσία "τρέχει" χωρίς παρατράγουδα, καινοτομίες και εξεζητημένες λύσεις (άχρωμα και άοσμα, τόσο που δεν παίρνεις "μυρωδιά" Ζαπατίνα, κι αυτό δεν είναι κακό), ενώ επικρατεί "θεϊκός" σεβασμός στο πρωτότυπο σενάριο με ελάχιστη απόκλιση στον "εκσυγχρονισμό" του. Τέλος, οι ερμηνείες είναι προβλέψιμες και συμπαθητικές, προεξάρχοντος Φιλιππίδη. Δεν υπάρχει καμία υπέρβαση, αλλά και δεν υπάρχει λόγος για αυτό.Είναι, αυτό που είναι, συνολικά, χωρίς να κοροϊδεύει κανέναν. Μια ψυχαγωγική, εύπεπτη και ανώδυνη (στις μέρες μας, εξηγώ παρακάτω, γιατί) κωμωδία βασισμένη στο ανεπανάληπτο θεατρικό έργο των Σακελλάριου-Γιαννακόπουλου. Και αν γκρινιάζαμε πάντα για την φτώχεια και την αχίλλειο πτέρνα της ράτσας μας, στο θέμα που μας πονάει (λέγε με "σενάριο"), εδώ δε θα βρεις καμιά δικαιολογία για να γκρινιάξεις. Στο μέτρο, που κίνητρο για την αναπαλαίωση της μεταπολεμικής, αστικής "κωμωδίας, είναι και η επένδυση στην κεφαλαιοκρατική ρευστότητα με την εκμετάλευση κάθε λογής διατηρητέων, "κλασικών αξιών", οι επιλογές επιστροφής στις "ρίζες", δεν ενέχουν κάποιον οικονομικό (εμπορικού χαρακτήρα) κίνδυνο. Γιατί δε μπορείς να κατηγορήσεις, πρωτοβουλίες που εκσυγχρονίζουν το παλιό, σεβόμενες, πλήρως την αυθεντικότητά του. Η μεταφορά του θεατρικού έργου, στη σημερινή εποχή, της παγκόσμιας ύφεσης, αγγίζει (επιφανειακά), όπως και πριν 50 χρόνια, με εύστοχο τρόπο τις ταξικές διαφορές, τις κοινωνικές ανισότητες και επικροτεί την τελική επικράτηση της "αστικής" δικαιοσύνης (happy end). Η σχηματική μάχη του καλού με το κακό, δεν έχει αγωνία και σασπένς, αφού ο θρίαμβος της εξουσίας, είναι απόλυτος και δεδομένος. Οι όποιες κωμικές αταξίες (η έννοια της αναρχικής κωμωδίας, που αποδομεί τους κανόνες) αποκλίνουν από το political correct, με την χρήση λεκτικών και σωματικών γκαγκ (χωρίς ίχνη διαφοροποίησης) . Στηρίζονται σ' ενα φτηνό και στείρο λαϊκισμό, εκμεταλευόμενες τις εγγενείς αδυναμίες της εξουσίας να "εκτελέσει" το κοινωνικό έργο - με "τάξη και ασφάλεια" - που της έχει ανατεθεί και τα "έμμονα πάθη" της άρχουσας τάξης. Κάθε κατεργάρης στον πάγκο του, σε ένα κράτος "χωροφύλακας". Οι διαφορές, υπήρχαν και πάντα θα υπάρχουν, με το δίκαιο να επικρατεί στο τέλος, αφού δίνει το άλλοθι στην εξουσία. Οι υπαινιγμοί για την ανικανότητα και τη διαφθορά του συστήματος δεν είναι αβάσιμοι, αλλα περνάνε στα πολύ ψιλά. Καλά τότε. Σήμερα, όμως; Από την άποψη αυτή ναι, δεν μιλάμε για "ανώδυνη" κωμωδία. Αλλά, επειδή στην πιάτσα σήμερα, τίποτα δεν "κυκλοφορεί" χωρίς κερδοσκοπικό χαρακτήρα, το σύγχρονο μάρκετινγκ δεν θα το φιλοσοφήσει και πολύ - γι΄αυτό κρατάμε, "μικρό καλάθι".Το ψυχαγωγικό προϊόν, πληρώνεται ακριβά στις μέρες μας. Από τον πρώτο έως τον τελευταίο της αλυσίδας. Εάν η ταινία πετύχει τους στόχους (μερικές εκατοντάδες χιλιάδες εισιτήρια), γελώντας με τα καμώματα του "ψευτο-οργάνου της Τάξης" , το κοινό θα συνηγορήσει, στην στροφή των παραγωγών προς τον παλιό καλό "εμπορικό" κινηματογράφο και την επανέκδοση κι άλλων αξέχαστων επιτυχιών. Τι το μεμπτό; "Όσα δε φτάνει η αλεπού τα κάνει κρεμαστάρια", λέει ο λαός. Το ρίσκο είναι σαφώς μικρότερο, από το επιχειρηματικό δαιμόνιο της φυλής μας. Τουλάχιστον, δεν υποτιμάται η νοημοσύνη μας. Το μη χείρον, βέλτιστον; Όταν έχεις ένα σενάριο, 100 χρόνων, διάολε τι θέλεις, να αποδείξεις; Ότι αναπολείς και το μοστράρεις (αντιγράφοντας πιστά το πρωτότυπο) ή ότι κάνεις την υπέρβαση και το π.χ, επανα-σχεδιάζεις, τοποθετείς σε τοπική και χρονική συγκυρία που δείχνει σα να γεννηθηκε τώρα, κλπ; Τι είναι, για να το σεβαστείς, ...Ντοστογιέφσκι;Συμπερασματικά, στον ΗΛΙΑ ΤΟΥ 16ου, υπάρχουν πάμπολλες αναφορές, που χαρακτήριζαν την δεκαετία του '50, που σήμερα δεν υπάρχουν. Αναπολείς την εποχή που διαδραματίζεται, γιατί ξέρεις εκ του ασφαλούς πως δε θα ξανάρθει. Β' ΠΠ, εμφύλιος, αστική μετανάστευση, οικονομική ευημερία, κοινωνική καταξίωση, νεοπλουτισμός vs ήθος, είναι στερεότυπα που διατρέχουν τα τελευταία 60 κινηματογραφικά μας χρόνια. Οι συνθήκες που δημιούργησαν τον ΗΛΙΑ στα τέλη της δεκαετίας του '50 σχετίζονται με την οικονομική ανέχεια της εποχής εκείνης και όσα αναφέραμε πριν ότι, προηγήθησαν. Σήμερα, η παγκόσμια οικονομική κρίση θα έπρεπε να "γεννήσει" έναν διαφορετικό και πιό "τολμηρό" ΗΛΙΑ (στη διασκευή του σεναρίου) παρά το ότι η αφετηρία, στο ξεκίνημα της "δράσης" του κεντρικού ήρωα και λοιπών χαρακτήρων, έχουν κοινά χαρακτηριστικά. Η αίσθηση του "εκσυγχρονισμού" ήταν η ελάχιστη δυνατή, με αποτέλεσμα, η αντιγραφή να δείχνει "γερασμένη" , κουρασμένη, "φοβισμένη" και άτολμη. Όλοι νιώθαμε ότι βλέπουμε ένα "παλιό" έργο, με "παλιά" κοστούμια, σε "νέα" σκηνικά, από "νέα" πρόσωπα. Αποδεκτό. Για το θέατρο. Για τον κινηματογράφο, πάντα περιμένεις το "κάτι παραπάνω". Και ελπίζεις κάποτε να το βρεις. Και το αναζητείς, χωρίς να αφορίζεις τις ευκολίες και τις συνθήκες που θα το δημιουργήσουν. Αρκεί οι "φωτισμένοι" να βρουν τον ... χορηγό τους! Δε λέω να μη το δείτε, αλλά δεν παίρνω και όρκο ότι δε θα αναπολήσετε το original! Διαχρονικό μεν, "αρχαίο" δε ! Σταυρόλεξα με διαφορές, θα λύσουμε; Πως λέμε, "Δεσποινίς, ναι, αλλά ...ετών 39"; Δε ξέρω πάντως, κανέναν, που να γελάει, χωρίς τύψεις, με την "αναπαλαίωση του Παρθενώνα"!


Σχολιασμός Σταύρου Γανωτή


Εύκολα θα μπορούσα να θεωρηθώ εμπαθής με το σύγχρονο κύκλο ελληνικής εμπορικής κωμωδίας. Όμως πάντα είμαι ανοιχτός σε εκπλήξεις και δηλώνω απόλυτα ευχαριστημένος που βρίσκομαι ενώπιων μιας από αυτές. Ο σύγχρονος ‘Ηλίας του 16ου’ είναι μαζί με το ‘Κλάμα Βγήκε από τον Παράδεισο’ οι καλύτερες λαϊκές κωμωδίες της ελληνικής δεκαετίας, ευχόμενος πάντα… ως τώρα!

Τι λέμε συνεχώς; Ότι το ελληνικό σινεμά υποφέρει από τα σενάρια του. Στην περίπτωση μας, όμως, το παράπτωμα εξανεμίζεται από την ύπαρξη της δουλειάς των Σακελλάριο-Γιαννακόπουλο και την σεβαστή ανακατασκευή της Κάτιας Κισσονέργη. Χωρίς να είμαι από τους μεγάλους φαν της ‘Χρυσής Εποχής του Ελληνικού Κινηματογράφου’, ήξεραν να γράφουν κείμενα οι άνθρωποι. Αλλά και η διασκευή, ενώ φέρνει την ιστορία στο σήμερα, σέβεται απόλυτα το χρώμα της, δεν την εκτοπίζει από εκείνη την εποχή, αλλά την αναπαλαιώνει σαν ένα νεοκλασικό που πρέπει απλά να ξαναβρεί την λάμψη του. Δεν υπάρχουν άστοχοι μοντερνισμοί, δεν έκαναν το «κτίριο» από κίτρινο, που ήταν, μπλε!
Ο Νίκος Ζαπατίνας δεν θα πάρει ιδιαίτερα εύσημα, αφού είναι ηλίου (όχι Ηλία!) φαεινό ότι δεν είναι ένας σκηνοθέτης με όραμα, μηδέ ταυτότητα. Αλλά στην θεατρικότητα της πράξης παρασύρεται μαζί με την κάμερα του από τον διασκεδαστικό περίγυρο και ολοκληρώνει τη ταινία του, πολύ μακριά από το να έχουμε τα προηγούμενα του ‘Φιλιού της Ζωής’. Οι μοντέρνες νότες του δεν χαλάν ποτέ το αποτέλεσμα, απλά κάπου το ρίχνουν πιο κάτω από την απλότητα του Σακελλάριου, στην αυθεντική εκδοχή του 1959.

Εκεί πάλι που εντυπωσιάστηκα είναι στους ρόλους και κυρίως επειδή δεν ίσχυσε το «όπου λαλούν πολλοί κοκόροι». Ο Πέτρος Φιλιππίδης πανάξια (αν και ο ‘Λάκης’ δεν είναι το καλύτερο μου) διάγει μια εξαιρετική χρονιά. Με αυτήν του την κινηματογραφική εμφάνιση κλειδώνει την τρίπτυχη επιτυχία σε σινεμά-θέατρο-τηλεόραση και μπορεί άξια να διεκδικήσει τα σκήπτρα του εθνικού μας κωμικού. Ακόμα και που αντέχει στην σύγκριση με τον Χατζηχρίστο αρκεί. Δεν θα αναφερθώ αναφορικά σε κάθε έναν ρόλο, γιατί απλά κανείς δεν με δυσαρέστησε. Μόνο θα τονίσω την ογκώδη παρουσία της Θέμις Μπαζάκα που χαρίζει και ποιοτική υπόσταση στο έργο.

TWILIGHT


Σκηνοθεσία : Κάθριν Χάρντγουϊκ

Πρωταγωνιστές : Κρίστεν Στιούαρτ, Ρόμπερτ Πάτινσον



Περίληψη
Η νεαρή Ιζαμπέλα ανακαλύπτει μια μυστηριώδη οικογένεια και ερωτεύεται ένα από τα μέλη της, τον Έντουαρντ. Μια συγκλονιστική αποκάλυψη όμως την περιμένει: ο Έντουαρντ και η οικογένειά του είναι βρικόλακες, οι οποίοι έχουν επιλέξει έναν διαφορετικό τρόπο ζωής. Παραμένουν αθάνατοι, αλλά δεν πίνουν ανθρώπινο αίμα λόγω του ηθικού τους κώδικα και μπορούν να κυκλοφορούν στον ήλιο. Η Ιζαμπέλα θα πρέπει να ρισκάρει τα πάντα για να είναι μαζί του, ενώ ο Έντουαρντ θα πρέπει να παλέψει με τη δίψα του για αίμα. Το φιλμ αυτό είναι μια ιστορία αγάπης που «δαγκώνει», σαν το "Ρωμαίος & Ιουλιέτα" στην πιο σκοτεινή του εκδοχή, ανάμεσα σε έναν βρικόλακα και μια κοινή θνητή.


Σχολιασμός


Μια ταινία φαντασίας με έντονα τα συναισθήματα της αγάπης και του φόβου. Κατά την άποψή μου, είναι μια ταινία που διαφημίστηκε περισσότερο από ότι άξιζε και απευθύνεται κυρίως σε νεαρούς ανθρώπους. Η επιτυχία της ταινίας και ο μεγάλος αριθμός εισιτηρίων που έκοψε οφείλεται και στη περίοδο που κυκλοφόρησε η ταινία (Χριστούγεννα) καθώς πολλοί φοιτητές και μαθητές είχαν τη δυνατότητα να τη παρακολουθήσουν.

Ελάχιστοι βγήκαν από την αίθουσα «γεμάτοι» και ικανοποιημένοι από τη ταινία, όπως επίσης ακόμα πιο λίγοι ήταν αυτοί που τη πρότειναν σε φίλους. Μια αιτία για αυτή τη «κρυάδα» που μετέδωσε η ταινία ίσως να είναι και το αδιάφορο τέλος με σκοπό να γυριστεί και η συνέχεια της ταινίας. Άλλωστε το φαινόμενο των τριλογιών και της υπερβολής να «τραβιέται» η υπόθεση σε 2 και 3 ταινίες ακόμα και όταν δεν είναι απαραίτητο, αποτελούν τροχοπέδη για το ενδιαφέρον της υπόθεσης.

Αυτή η ταινία αποτελεί μια εναλλακτική οπτική για τα κακά βαμπίρ που έχουν την ικανότητα να αντισταθούν στο αίμα και να αγαπήσουν. Βέβαια, δεν υπήρχε καμία ταύτιση με τη πραγματικότητα και ήταν δύσκολο για κάποιον που υπερβαίνει τα 10 χρόνια να ταυτιστεί με τους πρωταγωνιστές. Στην εποχή μας, η οποία χαρακτηρίζεται από αμέτρητα προβλήματα και ισοπεδωμένες διαπροσωπικές σχέσεις, γεννιέται η ανάγκη για πιο «αληθινές» ταινίες που θα μας ξυπνήσουν τα ξεχασμένα μας συναισθήματα και θα μας κάνουν να νοιώσουμε πλήρεις. Παρά τις μερικές ενδιαφέρουσες λεπτομέρειες για τους βρικόλακες και τον κόσμο τους, η υπόθεση οριοθετείται από ένα καταδικασμένο στην αγαμία ρομάντζο που φλερτάρει με τον πουριτανισμό ή εναλλακτικά τις emo/asexual ανησυχίες των σημερινών εφήβων. Αυτές που θα μείνουν σίγουρα ικανοποιημένες είναι αθεράπευτα ρομαντικές ανήλικες κορασίδες.


Αν τα αρνητικά στοιχεία της ταινία είναι καλλιτεχνικά, τα θετικά της είναι το αυτούσιο, ανεγκέφαλο και ειλικρινές fun που προσφέρει. Με μικρές δόσεις σαρκασμού και σφιχτοδεμένη πλοκή που δεν σε αφήνει να βαρεθείς κερδίζει σίγουρα πολλούς μικρούς θεατές αλλά και μερικούς ακομπλεξάριστους μεγαλύτερους που ψάχνουν για ένα guilty pleasure εν όψη εορτών. Το άλλο της ατού είναι οι ηθοποιοί της.Η ταινία γεμίζει ασφυκτικά από τους όμορφους πρωταγωνιστές της, καθόλα κατάλληλους για το συγκεκριμένο είδος. Χωρίς να δίνουν καμιά ιδιαίτερη ερμηνεία (δεν νομίζω να χρειάζεται κιόλας) αιχμαλωτίζουν την προσοχή του θεατή με τη κινηματογραφική τους αθωότητα και γοητεία.

Τελικά πόσο μπορεί να διασκεδάσει κανείς με το Twilight; Αρκετά ή πολύ λίγο ανάλογα με τη σοβαροφάνεια του. Αυτές που θα μείνουν σίγουρα ικανοποιημένες είναι αθεράπευτα ρομαντικές ανήλικες κορασίδες.Ρ.Ν.


Σχολιασμός Δημήτρη Παπαμίχου


Το ΛΥΚΟΦΩΣ (TWILIGHT ) πολύ έξυπνα διασκευάζει έναν πανάρχαιο θρύλο με διαχρονικές αξίες. Μεταφέρει από το μακρινό παρελθόν στο σήμερα, τις βαθύτερες έννοιες της αγάπης και του έρωτα, που είναι τα πιο δυνατά αισθήματα από καταβολής ανθρώπου. Έτσι και η ταινία που βασίζεται στο μυθιστόρημα της Στέφεν Μέγιερ το αποδεικνύει πέρα για πέρα.Για να πω την αλήθεια, ούτε ενθουσιάστηκα, ούτε απογοητεύτηκα, ιδιαίτερα, καθώς δεν πείσθηκα απόλυτα για την «αθωότητα» της επιλογής του συγκεκριμένου «περιθωριακού» και σαφώς ακραίου περιβάλλοντος, που διαδραματίζεται το λαβ στόρι. Η μεταφορά του μυθιστορήματος είναι το «έξυπνο» δόλωμα, λίγο μελοδραματική, όσο χρειάζεται για να ταυτιστείς με τους πρωταγωνιστές, και χρησιμοποιεί πολύ περισσότερο χιούμορ (κάτι που μάλλον εξέπληξε ή θεωρήθηκε προσβολή για τον μύθο). Και ο ΡΩΜΑΙΟΣ ΚΑΙ Η ΙΟΥΛΙΕΤΤΑ έχει διασκευασθεί, αμέτρητες φορές, πολλές από τις οποίες αναφερόταν στη σύγχρονη εποχή, όμως ο μύθος και η πραγματικότητα των βαμπίρ και τα στερεότυπα που γνωρίζουμε, αποτελούν την εξαίρεση στον κανόνα. Η μεγάλη διαφορά από τις συνηθισμένες ταινίες με βρικόλακες, είναι ότι δεν υπάρχει βία, αίμα και όλα λειτουργούν υπαινικτικά. Είναι δε κατάλληλη από 13!. Επίσης τα ψηφιακά εφέ είναι ελάχιστα, η ταινία προϋπολογισμού, μόλις $37 εκατομμυρίων, το πρώτο τριήμερο στις ΗΠΑ, απόσβεσε το κόστος εις διπλούν , μαζεύοντας $70. Η SUMMIT Entertainment έκανε ρεκόρ εισπράξεων με τη το ΛΥΚΟΦΩΣ, από οποιαδήποτε άλλη παραγωγή της ενώ παράλληλε έγινε η πρώτη ταινία με τη μεγαλύτερη εισπρακτική επιτυχία από γυναίκα σκηνοθέτη. .Πιο συγκεκριμένα, όσον αφορά το περιεχόμενο: το στόρι σχετικά με τα βαμπίρ, είναι προσχηματικό. Η δύναμη της αγάπης, η οποία είναι ικανή να ξεπεράσει κοινωνικούς φραγμούς, ηθικές αναστολές , θεολογικά διλήμματα, είναι το μήνυμα που θέλει να περάσει... Οι ανισότητες, αμβλύνονται και το κακό που ενεδρεύει, για να διατηρήσει τις διαφορές των τάξεων (ανθρώπων και βρικολάκων), τελικά. .Η ταινία εξιδανικεύει το μύθο των βαμπίρ, τους παρουσιάζει πολύ ανθρώπινους, στα συναισθήματα αλλά με υπερφυσικές σωματικές δυνάμεις, υπεράνθρωπους, με ένα μικρό μειονέκτημα: το φαγητό τους! Ο μύθος τους θέλει να τρέφονται με αίμα. Το αποτέλεσμα είναι να πληθύνονται εφόσον τα θύματα τους μεταμορφώνονται και αυτά σε «απέθαντους». .Το μυστικό της εμπορικής της επιτυχίας εστιάζεται στο ενδιαφέρον κατά πόσο είναι δυνατό, ένα βαμπίρ, να αντισταθεί στο «φαγητό», όταν υπάρχει στη μέση ο έρωτας. Είναι μια μεγάλη δοκιμασία. Μια δοκιμασία που θα βάλει σε κίνδυνο το νεαρό ερωτευμένο ζευγάρι. Δε μου κάνει εντύπωση που το βιβλίο και η ταινία λατρεύτηκε από το γυναικείο κοινό, γιατί φτάνει στα ακραία όρια, στοιχηματίζοντας στην ανθρώπινη υπόσταση και τις αντιστάσεις της. Πόσο αντέχεις; Πόσο αντιστέκεσαι; Τι είναι η ζωή; Κατ’ εμέ το ζουμί της υπόθεσης επικεντρώνεται και συνοψίζεται στο: κατά πόσο «εκπαιδεύουμε» και διευρύνουμε τις ανοχές μας! Αυτό γίνεται σήμερα, τα όρια «πέφτουν» οι αντιστάσεις μας παραδίδονται αμαχητί στη νέα τεχνολογία κοκ. .Ένα love story πάντα γίνεται πιο εύκολα αποδεκτό από μια γυναίκα, παρά από έναν άνδρα. Η συγγραφέας και η σκηνοθέτης της ταινίας, κάνουν τα πάντα για να ανατρέψουν τα προσχήματα και τα στερεότυπα. Όντως, η ταινία, έχει αρκετή δυναμική, γιατί υπάρχει ενδιαφέρον για την εξέλιξη της ιστορίας ανάμεσα στο παράταιρο ζευγάρι. Υπάρχει και το περιβάλλον, γύρω από το οποίο δημιουργούνται μικρότερες ιστορίες. Το σημαντικό στην πλοκή είναι οι συμμαχίες. Και η αιώνια πάλη του καλού με το κακό. .Στη βάση αυτής της λογικής η ταινία μένει έξω από τα προβλήματα του σημερινού ανθρώπου. Η καθημερινότητα δεν παίζει ρόλο, ούτε και γίνεται στόχος. Όλα όσα βλέπουμε συμβαίνουν σε ένα σχολείο. Άρα στόχος είναι η νεολαία χωρίς διδακτικό «παιδαγωγικό» ύφος . Η χειραγώγηση των νέων δε γίνεται από την οικογένεια ή από το σχολείο, αλλά από εξωτερικούς παράγοντες, από τα είδωλά τους. Από τους φίλους τους. .Συμπερασματικά, μια ενδιαφέρουσα πρόταση που μένει μακριά από τα κλισέ που ξέραμε για ιστορίες με βαμπίρ όπως τα έχουμε «περάσει» ενσυνείδητα στη μορφή του Κρίστοφερ Λι ή το εξπρεσιονιστικό βαμπίρ του Μουρνάου και τον τελευταίο, κινηματογραφικά άξιο αναφοράς, Βρυκόλακα του Κόπολα. Ξεχάστε τα αυτά. Βέβαια πρέπει να ξεχάσετε και τον τρόμο που αναδυόταν από τις κλασικές ταινίες του είδους. Πάμε παρακάτω. Είναι μια αισθηματική ιστορία και έτσι πρέπει να ειδωθεί. Μπορεί να θυμίζει ένα σωρό άλλες παρόμοιες ταινίες που βασίζονταν σε πολύ σπουδαία μυθιστορήματα (Η ΠΕΝΤΑΜΟΡΦΗ ΚΑΙ ΤΟ ΤΕΡΑΣ, ΡΩΜΑΙΟ ΚΑΙ ΙΟΥΛΙΕΤΤΑ κ.α.) ανάλογου ύφους και αισθητικής. Περιττό να τονίσω ότι περισσότερο απ’ όλα μου άρεσε η φωτογραφία «σβησμένη» στα χρώματα του χλωμιασμένου βαμπίρ και λιγότερο η μουσική που πάντως θ’ αρέσει στους νέους. Προτιμούσα ένα πιο κλασικό θέμα παρά το modernize pop-rock και τι δε θα’ δινα ν’ άκουγα ξανά Φίλιπ Γκλας, όπως στη ταινία του Κόπολα ή Κλιντ Μάνσελ και το Κουαρτέτο Κρόνος! Επίσης, σημειώνω προς άρση παρεξηγήσεων, ότι δεν είναι τόσο «σκοτεινή» όσο λέγεται, το dark gothic, απουσιάζει παντελώς. Είναι , αντιθέτως ευχάριστη και αρκετά αισιόδοξη, παρά το «άγριο» - σκληρό φινάλε . Υπάρχει μία όμορφη, μικρής διάρκειας, σκηνή μονομαχία, προς το τέλος: η αυτοθυσία για χάρη του έρωτα γίνεται ένα παιχνίδι ζωής και θανάτου.Μία νύξη του σίκουελ ΝΕΑ ΣΕΛΗΝΗ, υπάρχει στη τελευταία σκηνή. Γιατί όπως ξέρετε θα ακολουθήσουν τέσσερα σίκουελ. Η συγγραφέας τέλειωσε το δεύτερο βιβλίο, που είναι μπεστ σέλερ και πάει για το τρίτοΚαμιά φορά αναφέρω πως μια ταινία απευθύνεται σε ένα συγκεκριμένο κοινό, ή σε μια ορισμένη ηλικία, αν και διαφωνώ με τα «ταμπού» και το χάσμα ανάμεσα στην καθαρή , ψυχαγωγία και την «αγνή» Τέχνη, στο ΛΥΚΟΦΩΣ, αυτό είναι δεδομένο εξ΄αρχής.

Τετάρτη, 20 Μαΐου 2009


ΡΩΣΙΚΗ ΚΙΒΩΤΟΣ
Σκηνοθεσία : Αλεξάντερ Σοκούροφ Πρωταγωνιστές : Σεργκέι Ντράιντεν, Μαρία Κουζνέτσοβα

Περίληψη


Η «Ρώσικη Κιβωτός» είναι μια πραγματικά μοναδική δημιουργία. Συνδυάζοντας τις τελευταίες τεχνολογικές κατακτήσεις, τη δυνατή αφήγηση, το προσωπικό σκηνοθετικό στυλ, αποτελεί μια αυθεντική πολιτισμική κατάθεση. Μια ταινία μυθοπλασίας, μια απόλυτη "ταινία-δημιουργού". Με μια αδιάκοπη κίνηση της κάμερας, την μεγαλύτερη όλων των εποχών, με διευθυντή φωτογραφίας τον Tilman Buttner, γνωστό από το «Τρέξε, Λόλα, Τρέξε», ο σκηνοθέτης διατρέχει 300 χρόνια ρώσικης ιστορίας και πολιτισμού. Με οδηγό έναν Γάλλο διπλωμάτη του 18ου αιώνα, ανακαλύπτει τους ανθρώπους, τις ίντριγκες και τις συγκρούσεις που διαδραματίζονται στα πολυτελή Χειμερινά Ανάκτορα. Κι οι δυο τους θα αφεθούν σε ένα ταξίδι που διαπερνά διάφορες ιστορικές περιόδους, συζητώντας σε οξύ αλλά και συναισθηματικό ύφος για τη Ρωσία εκφέροντας την απολύτως προσωπική θέση του σκηνοθέτη σχετικά με την ασαφή θέση της Ρωσίας στην Ευρώπη. Ο Sokurov χρησιμοποίησε 867 ηθοποιούς, περισσότερους από χίλιους κομπάρσους, αναρίθμητα κοστούμια και περούκες της εποχής όπως και τρεις συμφωνικές ορχήστρες, μέσα σε ένα από τα μεγαλύτερα παλάτια του κόσμου, το σημερινό μουσείο του Ερμιτάζ (State Hermitage Museum, κόσμημα και λάβαρο της Αγίας Πετρούπολης που γιορτάζει φέτος τα 300 της χρόνια). Χρειάστηκαν μήνες προετοιμασίας και προβών και το φιλμ γυρίστηκε σε μια και μοναδική μέρα, με μια και μοναδική λήψη. Η «Ρώσικη Κιβωτός» είναι μια ταινία που εξερευνά τα όρια του κινηματογράφου. Χρησιμοποιώντας τις πιο σύγχρονες τεχνολογικές κατακτήσεις, αποτελεί μια απόλυτα ψηφιακή δημιουργία παραμένοντας ένα πανέμορφο ευρωπαϊκό καλλιτεχνικό έργο. Η παγκόσμια πρεμιέρα της ταινίας έγινε στο φεστιβάλ Κανών 2002 για να ακολουθήσει ένα μπαράζ συμμετοχών στα μεγαλύτερα διεθνή φεστιβάλ. Είναι μια συμπαραγωγή του Μουσείου Ερμιτάζ με την υποστήριξη του Ρωσικού Υπουργείου Πολιτισμού. Ο Μartin Scorsese, στήριξε από την αρχή το όραμα του Sokurov μετέχοντας ως εκτελεστής παραγωγός.

Kριτική

Αυτή η ταινία είναι σίγουρα μία πολιτισμική κατάθεση του μεγάλου Ρώσου σκηνοθέτη Αλεξάντερ Σοκούροφ. Προσπάθησε να γυρίσει τη ταινία, απευθείας με μια λήψη χωρίς μοντάζ με θέμα το Ερμιτάζ και την Αγία Πετρούπολη. Το Ερμιτάζ προβάλλεται ως μια φυσική οντότητα όπου τα έργα τέχνης κουβαλάνε ένα κομμάτι από τη ζωή των δημιουργών τους. Η σύγχρονη σημασία της ταινίας έχει σοβαρές πολιτικές επιδιώξεις. Επιδιώκει μια καινούρια προσέγγιση στη Δύση, επιδιώκει η Ευρώπη να αναγνωρίσει τη Ρωσία ως μέλος της. Η χαρακτηριστική φράση «Δεν σας ταιριάζει η δημοκρατία, θέλετε έναν ισχυρό άντρα», οδηγεί στο μοντέλο Πούτιν. Τα Μουσείο είναι χωρίς αμφιβολία από τους κύριους φορείς της κρατικής λειτουργίας όσον αφορά στη Τσαρική Ρωσία. Είναι σημαντικό να αναφέρουμε ότι αυτή η ταινία αντιπαρατίθεται στη Σοβιετική κινηματογραφική παράδοση. Ρ.Ν




Τρίτη, 19 Μαΐου 2009


FAHRENHEIT 451


Σκηνοθεσία : Φρανσουά ΤριφόΠρωταγωνιστές : Τζούλι Κρίστι, Όσκαρ Βέρνερ

Περίληψη
Η ταινία, που γυρίστηκε το 1967, βασίζεται στο ομώνυμο μυθιστόρημα του Αμερικανού συγγραφέα επιστημονικής φαντασίας Ρέι Μπράνμπερι (1953). Είναι μια σκεπτόμενη ταινία που αναφέρεται σε μια ολοκληρωτική κοινωνία του μέλλοντος όπου απαγορεύεται ο γραπτός λόγος. Στην χώρα αυτή οι κυβερνώντες πιστεύουν ότι οι άνθρωποι που διαβάζουν και είναι ικανοί να σκέφτονται αποτελούν μια απειλή για το κράτος που αποθαρρύνει κάθε ιδιωτική πρωτοβουλία και προσωπική έκφραση. Οι πολίτες αυτής της κοινωνίας υποφέρουν από την επιβολή λογοκρισίας και η μόνη τους επαφή με την ενημέρωση είναι μια τεράστια οθόνη τηλεόρασης απ΄ όπου μεταδίδονται συνεχώς ελεγχόμενες ειδήσεις. Στην κοινωνία αυτή παρέχονται ελεύθερα φάρμακα ώστε οι πολίτες να βρίσκονται σε καταστολή. Περιπολίες στους δρόμους ελέγχουν την εμφάνιση των πολιτών, τους ξυρίζουν τα κεφάλια, συλλαμβάνουν τους αντισυμβατικούς σε συμπεριφορά χαρακτήρες.Η μονάδες της Πυροσβεστικής έχουν αναλάβει να καίνε τα βιβλία που κρύβονται παράνομα σε κρυψώνες αφού κάποιοι αντιστέκονται στο κάψιμο και στο χαμό της γνώσης.


Κριτικές

Ξεκινώντας με τον τίτλο της ταινίας, 451 Φαρενάιτ είναι οι βαθμοί στους οποίους το χαρτί υπερθερμαίνεται και αρχίζει να καίγεται. Ο ολοκληρωτισμός ενός μέλλοντος που θα ελέγχεται από τα Μέσα Μαζικής Ενημέρωσης είναι εμφανής όπως επίσης και οι κατασταλτικοί μηχανισμοί που υποτίθεται ότι προστατεύουν τους ανθρώπους από το κακό που τους προξενούν τα βιβλία. Η γνώση και η ελευθερία σκέψης αποτελούν εγκλήματα για τη κοινωνία που παρουσιάζει ο Γάλλος σκηνοθέτης Φρανσουά Τριφό, ενώ οι άνθρωποι που διαβάζουν και προστατεύουν τα βιβλία πρέπει να διώκονται από τους πυροσβέστες που στη πραγματικότητα δεν σβήνουν το «έγκλημα» αλλά το πυροδοτούν. Η φράση άλλωστε του αρχηγού των πυροσβεστών στο πρωταγωνιστή της ταινίας Μόνταγκ ότι «όλοι πρέπει να είμαστε όμοιοι» αποδεικνύει τη βαρβαρότητα και τη σκληρότητα ενός δογματικού καθεστώτος που θέλει όλους τους πολίτες αποχαυνωμένους από τη τηλεόραση, με ισοπεδωμένες διαπροσωπικές σχέσεις χωρίς συναισθήματα και σκέψη. Χαρακτηριστικό παράδειγμα του ιδανικού πολίτη είναι η γυναίκα του Μόνταγκ με τις φίλες της, οι οποίες παρακολουθούν σαπουνόπερες και συζητάνε για ανούσια θέματα. Αυτές οι γυναίκες είναι ομογενοποιημένα μέρη ενός Όλου χωρίς ατομικές ταυτότητες και εγκλωβισμένες στην άνεση και την ασφάλεια που τις παρέχονται.
Μετά τη γνωριμία του πρωταγωνιστή με μια υπό δοκιμή δασκάλα στο λεωφορείο και το θάνατο μιας ηλικιωμένης γυναίκας μέσα στο ίδιο της το σπίτι για να προστατέψει τα βιβλία της και τις ιδέες τους, ο Μόνταγκ αποφασίζει να αντισταθεί και υιοθετεί μια νέα στάση ενάντια σους συναδέλφους του και τις αποφάσεις του καθεστώτος που υπηρετούσε με απόλυτη αφοσίωση. Η φράση που λέει στη ταινία «Πρέπει να ζωντανέψω το παρελθόν» αποδεικνύει τις προθέσεις του ξεκινώντας με την απαγγελία ενός βιβλίου στη γυναίκα του και τις φίλες του, όπου πετυχαίνει και λυγίζει συναισθηματικά μία από τις γυναίκες που άκουσαν την απαγγελία. Ενδεικτική είναι και η φράση της «Δεν αντέχω όλα αυτά τα αισθήματα, τα είχα ξεχάσει» που αποδεικνύει τη σπουδαιότητα των βιβλίων και πόσο μπορούν να βοηθήσουν και να καλλιεργήσουν τους ανθρώπους. Η αντίσταση παίζει σπουδαίο ρόλο στη ταινία, η οποία χαρακτηρίζει και τη πολιτική στάση του Γάλλου σκηνοθέτη. Δεν πρέπει να παραβλέψουμε και το γεγονός ότι η ταινία γυρίστηκε λίγα χρόνια πριν τον Μάη του 1968, εποχή που χαρακτηρίζεται από κοινωνικές και πολιτικές αναταραχές στη Γαλλία με αποτέλεσμα τη διάλυση της Γαλλικής Εθνοσυνέλευσης και κοινωνικές μεταρρυθμίσεις σε πολλές ευρωπαϊκές χώρες. Τα λόγια άλλωστε ενός βιβλιοφάγου στο Μόνταγκ ότι «είμαστε μια μειονότητα από ανεπιθύμητους ανθρώπους» αποδεικνύει ότι πολλές φορές η πλειοψηφία δεν έχει πάντα δίκιο, καθώς παρασύρεται και καθοδηγείται, σε αντίθεση με μια μειοψηφία που δεν συμβαδίζει με τους κανόνες της εποχής, διαβάζει, επιμορφώνεται και αμφισβητεί.
Η επικαιρότητα της ταινίας είναι σίγουρα αυτονόητη. Ποιος μπορεί να αμφισβητήσει άλλωστε ότι η πλειοψηφία των σύγχρονων ανθρώπων σκέφτεται, ενεργεί, ντύνεται και συμπεριφέρεται μιμούμενη τα σύγχρονα πρότυπα που κατασκευάζονται και μεταδίδονται κυρίως από την τηλεόραση; Ποιος μπορεί να αμφισβητήσει τον υποβαθμισμένο ρόλο των βιβλίων στην εποχή μας και την αναπαραγωγή διάφορων τηλεσκουπιδιών με αποτέλεσμα να εγκλωβίζουν τους ανθρώπους, να τους βομβαρδίζουν με εικόνες χωρίς λόγο και να τους αποτρέπουν από το να παίρνουν τις σωστές αποφάσεις; Οι περισσότεροι πιστεύουμε ότι ζούμε σε μια ελεύθερη κοινωνία, με κύρια γνωρίσματά της τον ελεύθερο λόγο και την ελεύθερη σκέψη, αλλά η αλήθεια είναι όμως ότι η καθημερινότητά μας χαρακτηρίζεται από μια λογοκρισία που κατευθύνεται από τη τηλεόραση και τη πολιτική ορθότητα. Ρ.Ν.


Σχολιασμός Άντας Κακλαμάνη
Σε μία εποχή που ολοένα εισβάλλει στην ζωή μας η πολιτική ορθότητα, το παραπάνω φασίζων απόφθεγμα εί­ναι κάθε άλλο παρά επίκαιρο. Τι και αν είναι ο πυρήνας της ιδεολογίας μιας «φανταστικής» μελλοντικής κοινωνίας, μιας κοινωνίας που δυστυχώς μέχρι στιγμής η ύπαρξη της δεν μας έχει απασχολήσει σοβαρά; Είναι όμως μια έκ­φραση της λογοκρισίας η οποία γίνεται ολοένα και πιο εμφανής στην καθημερινότητα μας. Μπορεί να πιστεύουμε ότι ζούμε σε μια κοινωνία όπου ο ελεύθερος λόγος και η ελεύθερη σκέψη κυριαρχούν, η αλήθεια είναι όμως ότι μέ­σα στο πνεύμα της πολιτικής ορθότητας αυτολογοκρινόμαστε συνεχώς, ή υπομένουμε μια λογοκρισία η οποία είναι εν τέλει ανούσια και δεν εξυπηρετεί κανέναν ουσια­στικό σκοπό.
Πάρτε σαν παράδειγμα την πρόσφατη καταδίκη στην πυρά των βιβλίων της Τζοάν Ρόουλινγκ, της συγγραφέως του διάσημου ανά τον κόσμο Χάρι Πότερ. Πόσο επικίνδυνο ή προσβλητικό μπορεί να είναι ένα παραμύθι για τις περιπέτειες ενός μικρού μάγου; Κατά πόσο μπορεί ένα τέτοιο ανάγνωσμα να διαφθείρει τις αθώες παιδικές ψυχές και να οδηγήσει την απανταχού ανά την υδρόγειο πιτσιρικαρία στον αποκρυφισμό και την μαγεία; Κατά πόσο είναι αφελές ή γελοίο το να πιστεύει κανείς ότι σε δέκα με δεκαπέντε χρόνια θα υπάρχει έξαρση της μαύρης μαγείας εξασκούμενη από πρώην αναγνώστες ενός μυωπικού μπό­μπιρα;
Και όμως, όσο παράξενο ή εξωφρενικό και αν αυτό φαίνεται σε μερικούς, υπάρχουν άνθρωποι οι οποίοι βλέ­πουν την πιθανότητα -με μεγάλη βεβαιότητα μάλιστα- όλων αυτών των απίστευτων ισχυρισμών να πραγματοποιείται στο μέλλον. Και τι κάνουν λοιπόν για να αποτρέψουν το χειρότερο; Μα αυτό που είναι προφανές. Καίνε τα βιβλία. Ας ρίξουμε μια ματιά στο μέλλον. Υπάρχουν σπίτια που αντέχουν στην φωτιά. Η τηλεόραση είναι πάντα ανοικτή σε κάθε ένα από αυτά. Κυκλοφορούν κόμικς χωρίς λεζάντες, παρά μόνο με πολύχρωμες εικόνες. Όλοι αγαπάνε τα σπορ και τα παρακολουθούν συστηματικά. Και φυσικά τα βιβλία είναι απαγορευμένα. Ειδικές ομάδες πυροσβεστών -παρόλο που η αγγλική λέξη fireman, δηλαδή «άνθρωπος της φωτιάς» θα απέδιδε καλύτερα την περιγραφή του επαγγέλματος τους- είναι εντεταλμένες να καίνε τα βιβλία τα οποία είναι παράνομα
Όλα αυτά συμβαίνουν στο βιβλίο Fahrenheit 451 (1953) του διάσημου συγγραφέα επιστημονικής φαντασίας Ρέι Μπράντμπερι (The Martian Chronicles, The Illustrated Man, κ.α.). Ο Μπράντμπερι ακολουθώντας την παράδοση που άρχισαν ο Άλντους Χάξλεϊ με το Γενναίος Νέος Κόσμος (1932), και ο Τζορτζ Όργουελ με το αρκετά επίκαιρο 1984 (1948), παρουσιάζει ένα ζοφερό μέλλον στο οποίο οι άνθρωποι έχουν στερηθεί τις βασικές ελευθερίες τους και έχουν μετατραπεί σε υποζύγια ενός ολοκληρωτικού καθε­στώτος. Αυτό το καθεστώς στερεί τα βασικά δικαιώματα από τους πολίτες ομαδοποιώντας τους και μετατρέποντας τους σε άβουλα όντα στο όνομα του γενικού καλού και της τάξης.
Αυτό το είδος δυοτοπικής επιστημονικής φαντασίας που άρχισε να κάνει την εμφάνιση του στην λογοτεχνία της δεκαετίας του ‘40, είναι ένα λογοτεχνικό παρακλάδι της επιστημονικής φαντασίας το οποίο και έγινε ιδιαίτερα δημοφιλές ιδίως μετά από τις αρχές της δεκαετίας του ‘60. Για αυτόν τον λόγο φαίνεται ότι αποφάσισε και ο Φρανσουά Τρυφώ να μεταφέρει στην οθόνη το Fahrenheit 451 το 1966 με τον Αυστριακό Όσκαρ Βέρνερ και την Βρετανίδα Τζούλι Κρίστι στους πρωταγωνιστικούς ρόλους.
Νοηματικά και αφηγηματικά, η ταινία δεν διαφέρει από το βιβλίο. Και τα δύο μοιράζονται την ίδια δομή και η πλοκή τους είναι παρόμοια, αναφερόμενα σε μια μελλοντική κοινωνία όπου τα βιβλία είναι παράνομα και οποιοσδήποτε αναφερθεί ότι έχει στην κατοχή του οτιδήποτε έχει να κάνει με έντυπο, συλλαμβάνεται και καταδικάζεται. Και φυσικά, όσα βιβλία κατάσχονται ρίχνονται στην πυρά από το ειδικό σώμα «πυροσβεστών», και καίγονται στους 451 βαθμούς Fahrenheit.
Ο Μόνταγκ, (Όσκαρ Βέρνερ) που είναι και ο κεντρικός χαρακτήρας, ανήκει σε αυτό το σώμα και η δουλειά του είναι να εντοπίζει τα παράνομα βιβλία και να τα καίει. Είναι παντρεμένος με μια γυναίκα (Τζούλι Κρίστι), η οποία δεν έχει κάποιον σκοπό στην ζωή της, είναι εθισμένη στα φαρ­μακευτικά προϊόντα που παρέχονται πλουσιοπάροχα και νόμιμα στους πολίτες από το κράτος για να τους κρατούν «ευτυχισμένους», παρακολουθεί επί μονίμου βάσεως τηλεόραση πάντα περιμένοντας να δει την αγαπημένη της εκπομπή, και κάνοντας πάρτι με καλεσμένες τις φίλες της. Η γυναίκα αυτή είναι ένα τμήμα του Όλου, μια ομογε­νοποιημένη φιγούρα χωρίς ατομική ταυτότητα, και οικειο­θελώς στερημένη από κάθε είδους προσωπική ανεξαρ­τησία, μιας και δεν αφήνει να την απασχολήσει τίποτε άλλο πέρα από την καθημερινή της ρουτίνα που της παρέχει ασφάλεια και σιγουριά.
Παγιδευμένος στα δεσμά ενός μονότονου και ανούσιου συζυγικού βίου, και κουβαλώντας το φορτίο μιας δουλειάς που καταντά άσκοπη και ψυχοφθόρα, αλλά που παρόλα αυτά την κάνει με τόση αποτελεσματικότητα που οι ανώτεροι του σκέφτονται να του δώσουν προαγωγή, ο Μόνταγκ γνωρίζει τυχαία μια γειτόνισσα την Κλαρίς (που την υποδύεται ξανά η Τζούλι Κρίστι).
Η Κλαρίς είναι μια ανεξάρτητη κοπέλα με ελεύθερο πνεύμα και μεγάλη φαντασία. Σε αντίθεση με την σύζυγο του Μόνταγκ έχει καταφέρει να αντισταθεί στον πνευματικό ευνουχισμό και να διατηρήσει στο ακέραιο την ταυτότητα της. Σύντομα ο Μόνταγκ εντυπωσιάζεται από αυτήν. Δεν γνωρίζει όμως ακόμα το μεγάλο μυστικό που κρύβει εκείνη και ο θείος της. Ανήκουν και οι δύο σε μια ομάδα αν­θρώπων που πάνε ενάντια στο κατεστημένο, όχι μόνο επειδή αγαπούν και έχουν στην κατοχή τους παράνομα βιβλία, αλλά επειδή είναι οι ίδιοι άνθρωποι-βιβλία, αφιερώ­νουν δηλαδή την ζωή τους στην απομνημόνευση ολόκλη­ρων βιβλίων (από ένα ο καθένας) ούτως ώστε να μπορούν να τα διαδίδουν χωρίς να κινδυνεύουν από το κράτος. Ο Μόνταγκ αρχίζει σιγά-σιγά να παρασύρεται από την Κλαρίς στον κόσμο της, διαβάζοντας στα κρυφά κάποια 3ιβλία που πέφτουν στα χέρια του κατά την διάρκεια κάποιων εκκαθαρίσεων παράνομου υλικού. Με αυτήν του την πράξη, αρχίζει το μυαλό του να απελευθερώνεται στα­διακά από την προπαγάνδα της πολιτείας και από όλα όσα είχε μάθει να δέχεται ως δεδομένα. Με το διάβασμα η σκέψη του απεγκλωβίζεται και αρχίζει να αμφισβητεί το νόημα της ύπαρξης του, της δουλειάς του, ακόμα και του ίδιου του τού γάμου. Από εκεί και πέρα τα πράγματα ακολουθούν την αναμενόμενη πορεία. Ο Μόνταγκ συναρ­πάζεται από τον νέο κόσμο που ανακαλύπτει μέσω του διαβάσματος, και τελικά ακολουθεί την Κλαρίς σε μια κοινότητα ανθρώπων-βιβλίων.
To Fahrenheit 451 είναι η πρώτη και μοναδική αγγλόφωνη ταινία αλλά συγχρόνως και η μοναδική ταινία Επιστημονικής φαντασίας του Φρανσουά Τριφό. Δεν είναι από τα καλύτερα δείγματα δουλειάς του όμως, λόγω των δυσκολιών που παρουσιάστηκαν κατά την διάρκεια της γραφής του αγγλόφωνου σεναρίου από τον γαλλόφωνο σεναριογράφο, καθώς και της προσαρμογής του στην μεγάλη οθόνη. Είναι φανερό ότι λείπει η ζωτικότητα και η σπιρτάδα από το σενάριο, κάτι που είναι άμεσα αντιληπτό τους μονότονους και άτσαλους διάλογους μεταξύ των
χαρακτήρων. Παρόλα αυτά ο Τριφό αποφάσισε να κάνει ένα μεγάλο βήμα για ταινία που ανήκει στο είδος της επιστημονικής φαντασίας. Ενώ θα μπορούσε να εί­χε ετοιμάσει ένα φουτουριστικό σκηνικό όπως ήταν καθιερωμένο για τις ταινίες του είδους εκείνης της εποχής, αντίθετα επέλεξε να τοποθετήσει τους χαρα­κτήρες του μέσα σε ένα σκηνικό που δεν διέφερε και πολύ από όλα όσα θεωρούνταν ως μοντέρνα εκείνη την περίοδο μέσα στην οποία γυρίστηκε. Έτσι όλα μέ­σα στο φιλμ θυμίζουν έντονα την δεκαετία του ‘60, εκτός βέβαια από τις κοινωνικές συνθήκες που παρου­σιάζονται να επικρατούν.
Κάτι τέτοιο φαίνεται να ήταν εσκεμμένο από μέρους του Τριφό. Δεδομένου του θέματος της ται­νίας, το σημαντικότερο από όλα ήταν να τονίσει ότι αυτό που συμβαίνει στην οθόνη θα μπορούσε κάλλιστα να συμβαίνει σε οποιαδήποτε εποχή αν δημιουργού­νταν οι κατάλληλες προϋποθέσεις που θα επέτρεπαν κάτι τέτοιο. Το γεγονός ότι κάποτε ίσως να υπάρξει κάποιο καθεστώς που να ανακηρύξει την ανάγνωση και κατοχή βιβλίων ως παράνομη δραστηριότητα δεν είναι κάτι που πιθανόν να συμβεί μόνο στο άμεσο μέλλον, αλλά είναι κάτι το οποίο θα μπορούσε να συμβεί ανά πάσα στιγμή σε οποιοδήποτε πολιτισμένο κράτος. Εξάλλου, το βιβλίο είναι ένα σύμβολο μέσα στην ταινία, το οποίο χρησιμοποιείται για να αναπαραστήσει κάθε είδους και μορφής αντίσταση ενάντια στην φίμωση της σκέψης και στην ποδηγέτηση της ατομικής ελευθερίας του ανθρώπου.
Με μεγάλη γενναιότητα, δεδομένου ότι και ο ίδιος είχε επιλέξει την εικόνα ως μέσο έκφρασης, ο Τριφό προσπαθεί να περάσει στο κοινό του το εξής μήνυμα. «Αντισταθείτε στις εικόνες που σας βομβαρδίζουν καθημερινά αποζητώντας την προσοχή σας. Οι περισσότερες είναι εικόνες χωρίς Λόγο που προσπα­θούν να υποτάξουν την σκέψη σας και την ελευθερία σας».
Δεν μπορούμε να γνωρίζουμε κατά πόσο αυτό το μήνυμα μπορεί να περάσει στο κοινό με επιτυχία από ένα μέσο που βασίζεται κατά το μεγαλύτερο μέρος του στην εικόνα, όπως είναι ο κινηματογράφος. Παράλληλα, δεν είναι και πολύ εύκολο να τοποθετήσει κανείς το βιβλίο Fahrenheit 451 στην μία πλευρά της ζυγαριάς, και την ταινία στην άλλη, και να μπορέσει να κρίνει πιο από τα δύο είναι καλύτερο ή έστω πιο επιτυχημένο, δεδομένου του θέματος που διαπραγματεύονται, ώστε κάτι τέτοιο θα ήταν ίσως άτοπο και άσκοπο συνάμα. Το θέμα είναι ότι δεν θα πρέπει κανείς να χάσει το βαθύτερο νόημα που δεσπόζει και στην ταινία αλλά και στο βιβλίο: εάν αφεθούμε στην λογοκρισία με όποια μορφή παρουσιάζεται και όποια και αν είναι η πηγή της, εάν αφεθούμε στην μαγεία που μας ασκούν οι εικόνες χωρίς Λόγο, εάν σταματήσουμε να σκε­φτόμαστε, να φανταζόμαστε, να ονειρευόμαστε, τότε όχι μόνο έχουμε γίνει θύματα στα χέρια του οποιουδήποτε επι­δέξιου που αποζητά την εξουσία μέσω της χειραγώγησης, αλλά έχουμε χάσει και ένα σημαντικό κομμάτι του εαυτού μας το οποίο είναι η ατομική μας ταυτότητα και ανεξαρ­τησία.