Τρίτη, 19 Μαΐου 2009


FAHRENHEIT 451


Σκηνοθεσία : Φρανσουά ΤριφόΠρωταγωνιστές : Τζούλι Κρίστι, Όσκαρ Βέρνερ

Περίληψη
Η ταινία, που γυρίστηκε το 1967, βασίζεται στο ομώνυμο μυθιστόρημα του Αμερικανού συγγραφέα επιστημονικής φαντασίας Ρέι Μπράνμπερι (1953). Είναι μια σκεπτόμενη ταινία που αναφέρεται σε μια ολοκληρωτική κοινωνία του μέλλοντος όπου απαγορεύεται ο γραπτός λόγος. Στην χώρα αυτή οι κυβερνώντες πιστεύουν ότι οι άνθρωποι που διαβάζουν και είναι ικανοί να σκέφτονται αποτελούν μια απειλή για το κράτος που αποθαρρύνει κάθε ιδιωτική πρωτοβουλία και προσωπική έκφραση. Οι πολίτες αυτής της κοινωνίας υποφέρουν από την επιβολή λογοκρισίας και η μόνη τους επαφή με την ενημέρωση είναι μια τεράστια οθόνη τηλεόρασης απ΄ όπου μεταδίδονται συνεχώς ελεγχόμενες ειδήσεις. Στην κοινωνία αυτή παρέχονται ελεύθερα φάρμακα ώστε οι πολίτες να βρίσκονται σε καταστολή. Περιπολίες στους δρόμους ελέγχουν την εμφάνιση των πολιτών, τους ξυρίζουν τα κεφάλια, συλλαμβάνουν τους αντισυμβατικούς σε συμπεριφορά χαρακτήρες.Η μονάδες της Πυροσβεστικής έχουν αναλάβει να καίνε τα βιβλία που κρύβονται παράνομα σε κρυψώνες αφού κάποιοι αντιστέκονται στο κάψιμο και στο χαμό της γνώσης.


Κριτικές

Ξεκινώντας με τον τίτλο της ταινίας, 451 Φαρενάιτ είναι οι βαθμοί στους οποίους το χαρτί υπερθερμαίνεται και αρχίζει να καίγεται. Ο ολοκληρωτισμός ενός μέλλοντος που θα ελέγχεται από τα Μέσα Μαζικής Ενημέρωσης είναι εμφανής όπως επίσης και οι κατασταλτικοί μηχανισμοί που υποτίθεται ότι προστατεύουν τους ανθρώπους από το κακό που τους προξενούν τα βιβλία. Η γνώση και η ελευθερία σκέψης αποτελούν εγκλήματα για τη κοινωνία που παρουσιάζει ο Γάλλος σκηνοθέτης Φρανσουά Τριφό, ενώ οι άνθρωποι που διαβάζουν και προστατεύουν τα βιβλία πρέπει να διώκονται από τους πυροσβέστες που στη πραγματικότητα δεν σβήνουν το «έγκλημα» αλλά το πυροδοτούν. Η φράση άλλωστε του αρχηγού των πυροσβεστών στο πρωταγωνιστή της ταινίας Μόνταγκ ότι «όλοι πρέπει να είμαστε όμοιοι» αποδεικνύει τη βαρβαρότητα και τη σκληρότητα ενός δογματικού καθεστώτος που θέλει όλους τους πολίτες αποχαυνωμένους από τη τηλεόραση, με ισοπεδωμένες διαπροσωπικές σχέσεις χωρίς συναισθήματα και σκέψη. Χαρακτηριστικό παράδειγμα του ιδανικού πολίτη είναι η γυναίκα του Μόνταγκ με τις φίλες της, οι οποίες παρακολουθούν σαπουνόπερες και συζητάνε για ανούσια θέματα. Αυτές οι γυναίκες είναι ομογενοποιημένα μέρη ενός Όλου χωρίς ατομικές ταυτότητες και εγκλωβισμένες στην άνεση και την ασφάλεια που τις παρέχονται.
Μετά τη γνωριμία του πρωταγωνιστή με μια υπό δοκιμή δασκάλα στο λεωφορείο και το θάνατο μιας ηλικιωμένης γυναίκας μέσα στο ίδιο της το σπίτι για να προστατέψει τα βιβλία της και τις ιδέες τους, ο Μόνταγκ αποφασίζει να αντισταθεί και υιοθετεί μια νέα στάση ενάντια σους συναδέλφους του και τις αποφάσεις του καθεστώτος που υπηρετούσε με απόλυτη αφοσίωση. Η φράση που λέει στη ταινία «Πρέπει να ζωντανέψω το παρελθόν» αποδεικνύει τις προθέσεις του ξεκινώντας με την απαγγελία ενός βιβλίου στη γυναίκα του και τις φίλες του, όπου πετυχαίνει και λυγίζει συναισθηματικά μία από τις γυναίκες που άκουσαν την απαγγελία. Ενδεικτική είναι και η φράση της «Δεν αντέχω όλα αυτά τα αισθήματα, τα είχα ξεχάσει» που αποδεικνύει τη σπουδαιότητα των βιβλίων και πόσο μπορούν να βοηθήσουν και να καλλιεργήσουν τους ανθρώπους. Η αντίσταση παίζει σπουδαίο ρόλο στη ταινία, η οποία χαρακτηρίζει και τη πολιτική στάση του Γάλλου σκηνοθέτη. Δεν πρέπει να παραβλέψουμε και το γεγονός ότι η ταινία γυρίστηκε λίγα χρόνια πριν τον Μάη του 1968, εποχή που χαρακτηρίζεται από κοινωνικές και πολιτικές αναταραχές στη Γαλλία με αποτέλεσμα τη διάλυση της Γαλλικής Εθνοσυνέλευσης και κοινωνικές μεταρρυθμίσεις σε πολλές ευρωπαϊκές χώρες. Τα λόγια άλλωστε ενός βιβλιοφάγου στο Μόνταγκ ότι «είμαστε μια μειονότητα από ανεπιθύμητους ανθρώπους» αποδεικνύει ότι πολλές φορές η πλειοψηφία δεν έχει πάντα δίκιο, καθώς παρασύρεται και καθοδηγείται, σε αντίθεση με μια μειοψηφία που δεν συμβαδίζει με τους κανόνες της εποχής, διαβάζει, επιμορφώνεται και αμφισβητεί.
Η επικαιρότητα της ταινίας είναι σίγουρα αυτονόητη. Ποιος μπορεί να αμφισβητήσει άλλωστε ότι η πλειοψηφία των σύγχρονων ανθρώπων σκέφτεται, ενεργεί, ντύνεται και συμπεριφέρεται μιμούμενη τα σύγχρονα πρότυπα που κατασκευάζονται και μεταδίδονται κυρίως από την τηλεόραση; Ποιος μπορεί να αμφισβητήσει τον υποβαθμισμένο ρόλο των βιβλίων στην εποχή μας και την αναπαραγωγή διάφορων τηλεσκουπιδιών με αποτέλεσμα να εγκλωβίζουν τους ανθρώπους, να τους βομβαρδίζουν με εικόνες χωρίς λόγο και να τους αποτρέπουν από το να παίρνουν τις σωστές αποφάσεις; Οι περισσότεροι πιστεύουμε ότι ζούμε σε μια ελεύθερη κοινωνία, με κύρια γνωρίσματά της τον ελεύθερο λόγο και την ελεύθερη σκέψη, αλλά η αλήθεια είναι όμως ότι η καθημερινότητά μας χαρακτηρίζεται από μια λογοκρισία που κατευθύνεται από τη τηλεόραση και τη πολιτική ορθότητα. Ρ.Ν.


Σχολιασμός Άντας Κακλαμάνη
Σε μία εποχή που ολοένα εισβάλλει στην ζωή μας η πολιτική ορθότητα, το παραπάνω φασίζων απόφθεγμα εί­ναι κάθε άλλο παρά επίκαιρο. Τι και αν είναι ο πυρήνας της ιδεολογίας μιας «φανταστικής» μελλοντικής κοινωνίας, μιας κοινωνίας που δυστυχώς μέχρι στιγμής η ύπαρξη της δεν μας έχει απασχολήσει σοβαρά; Είναι όμως μια έκ­φραση της λογοκρισίας η οποία γίνεται ολοένα και πιο εμφανής στην καθημερινότητα μας. Μπορεί να πιστεύουμε ότι ζούμε σε μια κοινωνία όπου ο ελεύθερος λόγος και η ελεύθερη σκέψη κυριαρχούν, η αλήθεια είναι όμως ότι μέ­σα στο πνεύμα της πολιτικής ορθότητας αυτολογοκρινόμαστε συνεχώς, ή υπομένουμε μια λογοκρισία η οποία είναι εν τέλει ανούσια και δεν εξυπηρετεί κανέναν ουσια­στικό σκοπό.
Πάρτε σαν παράδειγμα την πρόσφατη καταδίκη στην πυρά των βιβλίων της Τζοάν Ρόουλινγκ, της συγγραφέως του διάσημου ανά τον κόσμο Χάρι Πότερ. Πόσο επικίνδυνο ή προσβλητικό μπορεί να είναι ένα παραμύθι για τις περιπέτειες ενός μικρού μάγου; Κατά πόσο μπορεί ένα τέτοιο ανάγνωσμα να διαφθείρει τις αθώες παιδικές ψυχές και να οδηγήσει την απανταχού ανά την υδρόγειο πιτσιρικαρία στον αποκρυφισμό και την μαγεία; Κατά πόσο είναι αφελές ή γελοίο το να πιστεύει κανείς ότι σε δέκα με δεκαπέντε χρόνια θα υπάρχει έξαρση της μαύρης μαγείας εξασκούμενη από πρώην αναγνώστες ενός μυωπικού μπό­μπιρα;
Και όμως, όσο παράξενο ή εξωφρενικό και αν αυτό φαίνεται σε μερικούς, υπάρχουν άνθρωποι οι οποίοι βλέ­πουν την πιθανότητα -με μεγάλη βεβαιότητα μάλιστα- όλων αυτών των απίστευτων ισχυρισμών να πραγματοποιείται στο μέλλον. Και τι κάνουν λοιπόν για να αποτρέψουν το χειρότερο; Μα αυτό που είναι προφανές. Καίνε τα βιβλία. Ας ρίξουμε μια ματιά στο μέλλον. Υπάρχουν σπίτια που αντέχουν στην φωτιά. Η τηλεόραση είναι πάντα ανοικτή σε κάθε ένα από αυτά. Κυκλοφορούν κόμικς χωρίς λεζάντες, παρά μόνο με πολύχρωμες εικόνες. Όλοι αγαπάνε τα σπορ και τα παρακολουθούν συστηματικά. Και φυσικά τα βιβλία είναι απαγορευμένα. Ειδικές ομάδες πυροσβεστών -παρόλο που η αγγλική λέξη fireman, δηλαδή «άνθρωπος της φωτιάς» θα απέδιδε καλύτερα την περιγραφή του επαγγέλματος τους- είναι εντεταλμένες να καίνε τα βιβλία τα οποία είναι παράνομα
Όλα αυτά συμβαίνουν στο βιβλίο Fahrenheit 451 (1953) του διάσημου συγγραφέα επιστημονικής φαντασίας Ρέι Μπράντμπερι (The Martian Chronicles, The Illustrated Man, κ.α.). Ο Μπράντμπερι ακολουθώντας την παράδοση που άρχισαν ο Άλντους Χάξλεϊ με το Γενναίος Νέος Κόσμος (1932), και ο Τζορτζ Όργουελ με το αρκετά επίκαιρο 1984 (1948), παρουσιάζει ένα ζοφερό μέλλον στο οποίο οι άνθρωποι έχουν στερηθεί τις βασικές ελευθερίες τους και έχουν μετατραπεί σε υποζύγια ενός ολοκληρωτικού καθε­στώτος. Αυτό το καθεστώς στερεί τα βασικά δικαιώματα από τους πολίτες ομαδοποιώντας τους και μετατρέποντας τους σε άβουλα όντα στο όνομα του γενικού καλού και της τάξης.
Αυτό το είδος δυοτοπικής επιστημονικής φαντασίας που άρχισε να κάνει την εμφάνιση του στην λογοτεχνία της δεκαετίας του ‘40, είναι ένα λογοτεχνικό παρακλάδι της επιστημονικής φαντασίας το οποίο και έγινε ιδιαίτερα δημοφιλές ιδίως μετά από τις αρχές της δεκαετίας του ‘60. Για αυτόν τον λόγο φαίνεται ότι αποφάσισε και ο Φρανσουά Τρυφώ να μεταφέρει στην οθόνη το Fahrenheit 451 το 1966 με τον Αυστριακό Όσκαρ Βέρνερ και την Βρετανίδα Τζούλι Κρίστι στους πρωταγωνιστικούς ρόλους.
Νοηματικά και αφηγηματικά, η ταινία δεν διαφέρει από το βιβλίο. Και τα δύο μοιράζονται την ίδια δομή και η πλοκή τους είναι παρόμοια, αναφερόμενα σε μια μελλοντική κοινωνία όπου τα βιβλία είναι παράνομα και οποιοσδήποτε αναφερθεί ότι έχει στην κατοχή του οτιδήποτε έχει να κάνει με έντυπο, συλλαμβάνεται και καταδικάζεται. Και φυσικά, όσα βιβλία κατάσχονται ρίχνονται στην πυρά από το ειδικό σώμα «πυροσβεστών», και καίγονται στους 451 βαθμούς Fahrenheit.
Ο Μόνταγκ, (Όσκαρ Βέρνερ) που είναι και ο κεντρικός χαρακτήρας, ανήκει σε αυτό το σώμα και η δουλειά του είναι να εντοπίζει τα παράνομα βιβλία και να τα καίει. Είναι παντρεμένος με μια γυναίκα (Τζούλι Κρίστι), η οποία δεν έχει κάποιον σκοπό στην ζωή της, είναι εθισμένη στα φαρ­μακευτικά προϊόντα που παρέχονται πλουσιοπάροχα και νόμιμα στους πολίτες από το κράτος για να τους κρατούν «ευτυχισμένους», παρακολουθεί επί μονίμου βάσεως τηλεόραση πάντα περιμένοντας να δει την αγαπημένη της εκπομπή, και κάνοντας πάρτι με καλεσμένες τις φίλες της. Η γυναίκα αυτή είναι ένα τμήμα του Όλου, μια ομογε­νοποιημένη φιγούρα χωρίς ατομική ταυτότητα, και οικειο­θελώς στερημένη από κάθε είδους προσωπική ανεξαρ­τησία, μιας και δεν αφήνει να την απασχολήσει τίποτε άλλο πέρα από την καθημερινή της ρουτίνα που της παρέχει ασφάλεια και σιγουριά.
Παγιδευμένος στα δεσμά ενός μονότονου και ανούσιου συζυγικού βίου, και κουβαλώντας το φορτίο μιας δουλειάς που καταντά άσκοπη και ψυχοφθόρα, αλλά που παρόλα αυτά την κάνει με τόση αποτελεσματικότητα που οι ανώτεροι του σκέφτονται να του δώσουν προαγωγή, ο Μόνταγκ γνωρίζει τυχαία μια γειτόνισσα την Κλαρίς (που την υποδύεται ξανά η Τζούλι Κρίστι).
Η Κλαρίς είναι μια ανεξάρτητη κοπέλα με ελεύθερο πνεύμα και μεγάλη φαντασία. Σε αντίθεση με την σύζυγο του Μόνταγκ έχει καταφέρει να αντισταθεί στον πνευματικό ευνουχισμό και να διατηρήσει στο ακέραιο την ταυτότητα της. Σύντομα ο Μόνταγκ εντυπωσιάζεται από αυτήν. Δεν γνωρίζει όμως ακόμα το μεγάλο μυστικό που κρύβει εκείνη και ο θείος της. Ανήκουν και οι δύο σε μια ομάδα αν­θρώπων που πάνε ενάντια στο κατεστημένο, όχι μόνο επειδή αγαπούν και έχουν στην κατοχή τους παράνομα βιβλία, αλλά επειδή είναι οι ίδιοι άνθρωποι-βιβλία, αφιερώ­νουν δηλαδή την ζωή τους στην απομνημόνευση ολόκλη­ρων βιβλίων (από ένα ο καθένας) ούτως ώστε να μπορούν να τα διαδίδουν χωρίς να κινδυνεύουν από το κράτος. Ο Μόνταγκ αρχίζει σιγά-σιγά να παρασύρεται από την Κλαρίς στον κόσμο της, διαβάζοντας στα κρυφά κάποια 3ιβλία που πέφτουν στα χέρια του κατά την διάρκεια κάποιων εκκαθαρίσεων παράνομου υλικού. Με αυτήν του την πράξη, αρχίζει το μυαλό του να απελευθερώνεται στα­διακά από την προπαγάνδα της πολιτείας και από όλα όσα είχε μάθει να δέχεται ως δεδομένα. Με το διάβασμα η σκέψη του απεγκλωβίζεται και αρχίζει να αμφισβητεί το νόημα της ύπαρξης του, της δουλειάς του, ακόμα και του ίδιου του τού γάμου. Από εκεί και πέρα τα πράγματα ακολουθούν την αναμενόμενη πορεία. Ο Μόνταγκ συναρ­πάζεται από τον νέο κόσμο που ανακαλύπτει μέσω του διαβάσματος, και τελικά ακολουθεί την Κλαρίς σε μια κοινότητα ανθρώπων-βιβλίων.
To Fahrenheit 451 είναι η πρώτη και μοναδική αγγλόφωνη ταινία αλλά συγχρόνως και η μοναδική ταινία Επιστημονικής φαντασίας του Φρανσουά Τριφό. Δεν είναι από τα καλύτερα δείγματα δουλειάς του όμως, λόγω των δυσκολιών που παρουσιάστηκαν κατά την διάρκεια της γραφής του αγγλόφωνου σεναρίου από τον γαλλόφωνο σεναριογράφο, καθώς και της προσαρμογής του στην μεγάλη οθόνη. Είναι φανερό ότι λείπει η ζωτικότητα και η σπιρτάδα από το σενάριο, κάτι που είναι άμεσα αντιληπτό τους μονότονους και άτσαλους διάλογους μεταξύ των
χαρακτήρων. Παρόλα αυτά ο Τριφό αποφάσισε να κάνει ένα μεγάλο βήμα για ταινία που ανήκει στο είδος της επιστημονικής φαντασίας. Ενώ θα μπορούσε να εί­χε ετοιμάσει ένα φουτουριστικό σκηνικό όπως ήταν καθιερωμένο για τις ταινίες του είδους εκείνης της εποχής, αντίθετα επέλεξε να τοποθετήσει τους χαρα­κτήρες του μέσα σε ένα σκηνικό που δεν διέφερε και πολύ από όλα όσα θεωρούνταν ως μοντέρνα εκείνη την περίοδο μέσα στην οποία γυρίστηκε. Έτσι όλα μέ­σα στο φιλμ θυμίζουν έντονα την δεκαετία του ‘60, εκτός βέβαια από τις κοινωνικές συνθήκες που παρου­σιάζονται να επικρατούν.
Κάτι τέτοιο φαίνεται να ήταν εσκεμμένο από μέρους του Τριφό. Δεδομένου του θέματος της ται­νίας, το σημαντικότερο από όλα ήταν να τονίσει ότι αυτό που συμβαίνει στην οθόνη θα μπορούσε κάλλιστα να συμβαίνει σε οποιαδήποτε εποχή αν δημιουργού­νταν οι κατάλληλες προϋποθέσεις που θα επέτρεπαν κάτι τέτοιο. Το γεγονός ότι κάποτε ίσως να υπάρξει κάποιο καθεστώς που να ανακηρύξει την ανάγνωση και κατοχή βιβλίων ως παράνομη δραστηριότητα δεν είναι κάτι που πιθανόν να συμβεί μόνο στο άμεσο μέλλον, αλλά είναι κάτι το οποίο θα μπορούσε να συμβεί ανά πάσα στιγμή σε οποιοδήποτε πολιτισμένο κράτος. Εξάλλου, το βιβλίο είναι ένα σύμβολο μέσα στην ταινία, το οποίο χρησιμοποιείται για να αναπαραστήσει κάθε είδους και μορφής αντίσταση ενάντια στην φίμωση της σκέψης και στην ποδηγέτηση της ατομικής ελευθερίας του ανθρώπου.
Με μεγάλη γενναιότητα, δεδομένου ότι και ο ίδιος είχε επιλέξει την εικόνα ως μέσο έκφρασης, ο Τριφό προσπαθεί να περάσει στο κοινό του το εξής μήνυμα. «Αντισταθείτε στις εικόνες που σας βομβαρδίζουν καθημερινά αποζητώντας την προσοχή σας. Οι περισσότερες είναι εικόνες χωρίς Λόγο που προσπα­θούν να υποτάξουν την σκέψη σας και την ελευθερία σας».
Δεν μπορούμε να γνωρίζουμε κατά πόσο αυτό το μήνυμα μπορεί να περάσει στο κοινό με επιτυχία από ένα μέσο που βασίζεται κατά το μεγαλύτερο μέρος του στην εικόνα, όπως είναι ο κινηματογράφος. Παράλληλα, δεν είναι και πολύ εύκολο να τοποθετήσει κανείς το βιβλίο Fahrenheit 451 στην μία πλευρά της ζυγαριάς, και την ταινία στην άλλη, και να μπορέσει να κρίνει πιο από τα δύο είναι καλύτερο ή έστω πιο επιτυχημένο, δεδομένου του θέματος που διαπραγματεύονται, ώστε κάτι τέτοιο θα ήταν ίσως άτοπο και άσκοπο συνάμα. Το θέμα είναι ότι δεν θα πρέπει κανείς να χάσει το βαθύτερο νόημα που δεσπόζει και στην ταινία αλλά και στο βιβλίο: εάν αφεθούμε στην λογοκρισία με όποια μορφή παρουσιάζεται και όποια και αν είναι η πηγή της, εάν αφεθούμε στην μαγεία που μας ασκούν οι εικόνες χωρίς Λόγο, εάν σταματήσουμε να σκε­φτόμαστε, να φανταζόμαστε, να ονειρευόμαστε, τότε όχι μόνο έχουμε γίνει θύματα στα χέρια του οποιουδήποτε επι­δέξιου που αποζητά την εξουσία μέσω της χειραγώγησης, αλλά έχουμε χάσει και ένα σημαντικό κομμάτι του εαυτού μας το οποίο είναι η ατομική μας ταυτότητα και ανεξαρ­τησία.

3 σχόλια:

  1. Πιστευώ ότι σαν ταινία ήταν καλή. Αλλά νομίζω ότι ήταν "βεβιασμένη", δηλαδή παρουσίαζε πολύ γρήγορα τα συμβάντα, και δεν έδινε και τόση έμφαση στο γιατί έκαιγαν τα βιβλία.

    Παρ'όλα αυτά, το θέμα είναι αρκετά επίκαιρο, γιατί ακόμα και στη δική μας κοινωνία, η λογοκρισία υφίσταται με πολλούς τρόπους και μέσα...

    Good luck! :)

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  2. όσον αφορά στους λόγους της καύσης των βιβλίων, νομίζω πως η εικόνα σε "ακουμπούσε" τόσο που δεν χρειαζόταν κάποια άλλη έμφαση. Άλλωστε μια ολόκληρη δολοφονία, της ηλικιωμένης που έκαψαν με τα βιβλία της, παρουσίασε ο Τριφό...

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  3. Τρομερή ταινία με απίστευτα μηνύματα...

    ΑπάντησηΔιαγραφή