Τετάρτη 10 Ιουνίου 2009


ΕΞΟΛΟΘΡΕΥΤΗΣ: Η ΣΩΤΗΡΙΑ



Περιπέτεια φαντασίας.

Σκηνοθεσία: Μακ Τζι.

Πρωταγωνιστούν : Κρίστιαν Μπέιλ, Σαμ Γουόρδινγκτον, Έλενα Μπόναμ Κάρτερ, Μπράις Ντάλας Χάουαρτ, Άντον Γέλτσιν.
Περίληψη
Η ταινία διαδραματίζεται το 2018-πολλά χρόνια μετά την Ημέρα της Κρίσης- με τον Κρίστιαν Μπέιλ να υποδείεται τον ρόλο του Τζον Κόνορ, του ανθρώπου που θα οδηγήσει την ανθρωπότητα στη μάχη ενάντια στο Skynet και στον στρατό των Εξολοθρευτών. Όμως η άποψη του Κόνορ για το μέλλον, αυτή με την οποία ανατράφηκε, θα κλονιστεί από την εμφλανιση του Μάρκους Ράιτ, ενός αγνώστου που η τελευταια του ανάμνηση ταυτίζεται με την θανατική του καταδίκη. Ο Κόνορ θα πρέπει να αποφασίσει αν ο Μάρκους έχει σταλεί από το μέλλον ή εχει διασωθεί από το παρελθόν.
Σχολιασμός
Μετά και την τέταρτη ταινία θρυλικού franchise του 'Εξολοθρευτή', μπορούμε επιτέλους να ξεχάσουμε οριστικά το #3 θεωρώντας το ως μη γενόμενο. Γιατί μετά τα αξεπέραστα στο είδος τους «Τerminator» και «Terminator 2: Judgement Day» του James Cameron, το «Rise Of the Machines» του Mostow έμοιαζε με φτωχό συγγενή, γερασμένο, θλιβερό και αδιάφορο όπως ο T-800 του Schwarzenegger εν έτει 2003.
Και φυσικά, μπορεί να απαιτείται υπερβολικά καλή διάθεση για να τοποθετήσουμε το «Terminator Salvation» στο ίδιο βάθρο με τα πρώτα δύο φιλμ, όμως οφείλουμε αναγνωρίσουμε ορισμένα στοιχεία στην ταινία του McG. Όπως ότι φαίνεται επιτέλους να απαγκιστρώνεται από την ανεξίτηλη παρουσία του Schwarzenegger των ταινιών του Cameron, θέτοντας ξεκάθαρα μία νέα 'φάτσα' σε πρώτο πλάνο. Κάτι για το οποίο ο ραγδαία ανερχόμενος και τετραπέρατος υποκριτικά Christian Bale ήταν σίγουρο πως θα μπορούσε να πετύχει με χαρακτηριστική άνεση. Επίσης, επιχειρείται μία μερικώς συγκρατημένη σύνδεση μέσω ποικίλων αναφορών με τα προηγούμενα μέρη της ιστορίας (εξαιρώντας πάντοτε το '3') ούτως ώστε να διατηρούν το κοινό στο αγαπημένο, γνώριμο σύμπαν της σειράς. Έτσι, εμφανίζονται αρκετοί νέοι χαρακτήρες μαζί με τους δύο γνώριμους, τον John Connor και τον πατέρα του, Kyle Reese (Anton Yelchin).
Προσεγγίζοντας το «Terminator Salvation» στο πλαίσιο της φουτουριστικής περιπέτειας, το αποτέλεσμα αποδεικνύεται ελκυστικό, ξεπερνώντας τους ανταγωνιστές τύπου... «Transformers». Διαθέτει αριστοτεχνικά ειδικά εφέ και σκηνές που εκτοξεύουν την αδρεναλίνη, στήνει έναν απειλητικό κόσμο, είναι συμπαθητικά σκηνοθετημένο, κλιμακώνει προβλέψιμα αλλά επιτυχημένα τη δράση και στο τέλος σε αποχαιρετά χωρίς περιττά προσχήματα για το επερχόμενο sequel. Όσο όμως κι αν καταφέρνει ως προϊόν να σταθεί με ευκολία, παραμένει ξεκάθαρα υποδεέστερο των πρωτοποριακών ταινιών του Cameron. Από τη μία, είναι εξόφθαλμη κι αναντικατάστατη η απουσία ενός εμβληματικού χαρακτήρα θηλυκού γένους σαν εκείνον της Linda Hamilton ως Sarah Connor. Επομένως, το απώτερο ζητούμενο για έναν «Terminator» που δεν είναι άλλο από το να πρωτοπορεί, δυστυχώς αναβάλλεται, τουλάχιστον μέχρι τον επόμενο. Υποχρεώνοντάς μας, φυσικά να κρατάμε όλο και πιο μικρό καλάθι... Β.Σ.

Τρίτη 9 Ιουνίου 2009


Changeling

Η Ανταλλαγή - 2008



Σκηνοθεσία: Clint Eastwood

Παίζουν: Angelina Jolie, Jeffrey Donovan, Colm Feore, John Malkovich, Jason Butler Harner, AmyRyan, Michael Kelly

Υπόθεση


Los Angeles 1928: Ένα Σάββατο πρωί, σ' ένα εργατικό προάστιο του Los Angeles, η Κριστίν χαιρετά το γιο της Γουόλτερ και πηγαίνει εκτάκτως στη δουλειά. Όταν επιστρέφει, διαπιστώνει πως ο γιος της έχει εξαφανιστεί από το σπίτι. Μια άκαρπη έρευνα ακολουθεί για την εύρεση του παιδιού και μήνες μετά, η αστυνομία βρίσκει ένα αγόρι που ισχυρίζεται ότι είναι ο εννιάχρονος γιος της Κριστίν. Η ίδια δεν το πιστεύει, αλλά αναγκάζεται να δεχτεί το αγόρι σπίτι της, πιεζόμενη από την αστυνομία. Με τον καιρό συνειδητοποιεί ότι οι γυναίκες της εποχής δεν τολμούν να αντιταχθούν στη θέληση της αστυνομίας και να αποκαλύψουν το δίκιο τους. Καταδικάζεται σε εγκλεισμό σε ψυχιατρική κλινική ως παράφρων. Στο πλευρό της, όμως έχει τον αιδεσιμότατο Briegleb ο οποίος είναι ταγμένος στην εύρεση του παιδιού και στην αποκάλυψη της αλήθειας. Η ταινία είναι βασισμένη στο βιβλίο του J. Michael Straczynski.

Κριτική

Ταυτόχρονα καθηλωτική αστυνομική ταινία και κοινωνικό δράμα. Τρία τα βασικά στοιχεία στην ταινία: ο προσωπικός αγώνας μιας μητέρας, η διαφθορά των αστυνομικών και πολιτικών Αρχών, η ανατριχιαστική ιστορία ενός ψυχοπαθούς δολοφόνου. Πολύ καλή η σκηνοθεσία του Clint Eastwood, ανθρωποκεντρική με έμφαση στις αντιδράσεις της πρωταγωνίστριας που δίνονται με φυσικότητα, χωρίς μελοδραματισμούς. Το κυρίως θέμα είναι δυνατό από μόνο του και επιτυγχάνεται εύκολα η ταύτιση του θεατή με τον κύριο ήρωα. Το κέντημα της πλοκής γίνεται με σκληρό, ρεαλιστικό τρόπο. Ποικίλες είναι οι δραματουργικές κορυφώσεις, το έργο παρουσιάζεται ελκυστικό, σκοτεινό και δίνεται έμφαση στη λεπτομέρεια. Θα μπορούσε να γίνει οικονομία χρόνου στο τέλος ωστόσο παρά τη μεγάλη έκταση του έργου, το ενδιαφέρον παραμένει αμείωτο σε όλη τη διάρκειά του καθώς και η αγωνία που δημιουργείται από τα δρώμενα και τις ανατροπές. Στην ταινία το σύστημα Αξιών απαξιώνεται, ο ανθρώπινος παράγοντας εξυψώνεται και το προσωπικό δράμα παίρνει όλα τα συναισθήματα που το χαρακτηρίζουν: πόνος, λύπη, οργή, δικαιοσύνη, σεβασμός, εξαγνισμός. Η μεταφορά της αληθινής ιστορίας σε κινηματογραφικό δράμα γίνεται αριστοτεχνικά και ο Eastwood απέδωσε πολύ καλά την εποχή. Άριστη φωτογραφία και μουσική επιμέλεια. Πολύ δυνατή η ερμηνεία της Angelina Jolie, στο ρόλο της παρουσιάζεται ως ευγενική φιγούρα, υποτονική, μία απροστάτευτη κυρία, η τραγική φιγούρα μιας μάνας. Οι ερμηνείες των υπολοίπων ηθοποιών εξίσου καλές, με τον John Malkovich να ξεχωρίζει υποδυόμενος το δυναμικό κληρικό και υπέρμαχο της δικαιοσύνης. Ένα δράμα που δεν αφήνει κανέναν αδιάφορο και στο οποίο ο ορισμός του “ολοκληρωμένου σινεμά” βρίσκει την εφαρμογή του.Δ.Χ.

ΚΡΙΤΙΚΗ: ΝΙΝΟΣ ΦΕΝΕΚ ΜΙΚΕΛΙΔΗΣ


Για ακόμη μια φορά, με την ταινία του «Η ανταλλαγή», ο βραβευμένος με Οσκαρ («Οι ασυγχώρητοι») Κλιντ Ίστγουντ επιβεβαιώνει πως είναι ένας από τους πιο σημαντικούς σκηνοθέτες που εργάζονται σήμερα στο Χόλυγουντ. Θέμα της ταινίας, ο πεισματικός αγώνας μιας γυναίκας για την απονομή δικαιοσύνης, μέσα από τις προσπάθειές της να βρει τον εξαφανισμένο γιο της, αποκαλύπτοντας παράλληλα τη διαφθορά και την κατάχρηση εξουσίας από την αστυνομία.Η ιστορία, βασισμένη σε ένα αληθινό γεγονός, καταγράφει τις προσπάθειες μιας μοναχικής μητέρας, στο Λος Αντζελες του 1928, ν' ανακαλύψει τον απαχθέντα μικρό της γιο, πράγμα στο οποίο η εκεί αστυνομία, γνωστή τότε για τη διαφθορά και τα σκάνδαλά της, όχι μόνο δεν βοηθά, αλλά και, για να καλύψει την ανικανότητά της που έχει γίνει θέμα επίθεσης από τον πάστορα τοπικού ραδιοφώνου, διαστρεβλώνει τα γεγονότα, παρουσιάζοντάς της ένα άλλο παιδί και πιέζοντάς την να το δεχτεί ως γιο της. Εκείνη όμως συνεχίζει τον αγώνα, με τη βοήθεια του πάστορα, παρουσιάζοντας αδιάσειστα στοιχεία που αποδεικνύουν πως αυτός δεν είναι ο γιος της, με αποτέλεσμα να την απομονώσουν σε ψυχιατρείο για να της κλείσουν το στόμα.Ο Ίστγουντ αφηγείται τον αγώνα της γυναίκας με την οικονομία και την ωριμότητα που χαρακτηρίζει όλο το τελευταίο, θαυμάσιο έργο του. Η κάμερά του αφηγείται με άνεση, μετρημένο, άψογο ρυθμό, χωρίς εξάρσεις, πάντα όμως χωρίς να παρεκκλίνει από τον κύριο στόχο του, με μια ωραία, ατμοσφαιρική μουσική (που έγραψε ο ίδιος), με εικόνες δυνατές, συχνά καφκικές, έντονα ρεαλιστικές (όπως σ' εκείνες των γυναικών στο ψυχιατρείο), με σασπένς όταν αυτό είναι απαραίτητο, οδηγώντας μας κατ' ευθείαν στο στόχο του: να μας αποκαλύψει το μέγεθος της διαφθοράς που ξεκινάει από την κορφή της πυραμίδας για να φτάσει ως τα πιο χαμηλά επίπεδα.Σχόλιο όχι μόνο πάνω σε μια συγκεκριμένη περίοδο -εκείνη της δεκαετίας του '20- αλλά και στη σημερινή εποχή μας (ας μην ξεχνάμε την υπόθεση Σίμπσον). Στις πολλές αρετές της ταινίας και οι θαυμάσιες, όπως πάντα, ερμηνείες, μ' επικεφαλής την Αντζελίνα Τζολί, που ενσαρκώνει με δύναμη και πάθος τη βασανισμένη μητέρα (ρόλο σίγουρα οσκαρικό), τον Τζον Μάλκοβιτς πολύ καλός στο ρόλο του πάστορα και τον άγνωστό μας Τζέισον Μπάτλερ Χάρνερ, τέλειο στο ρόλο του απαθούς, χαμογελαστού, κυνικού, κατά συρροή δολοφόνου.


DOUBT (2008)
Αμφιβολία




Σενάριο-Σκηνοθεσία: John Patrick Shanley

Παίζουν: Meryl Streep, Philip Seymour Hoffman, Amy Adams, Viola Davis
Υπόθεση

Στην συντηρητική κοινωνία της Αμερικής του ’60, σ’ ένα καθολικό σχολείο γίνεται δεκτός ο πρώτος έγχρωμος μαθητής. Το 12χρονο αγόρι θα πάρει υπό την προστασία του ο ιερέας της ενορίας. Τη σχέση όμως αυτή θα την αντιμετωπίσει καχύποπτα η καλόγρια-διευθύντρια του σχολείου, η οποία θα προσπαθήσει με κάθε τρόπο να αποκαλύψει τις άσεμνες βλέψεις του ιερέα δίχως βέβαια να έχει καμία απόδειξη γι’ αυτό πέρα από την πίστη της στην ενοχή του.
Κριτική
Αναμφίβολα, πρόκειται για μια ταινία που βασίζεται στις δυνατές ερμηνείες των ηθοποιών της. Το cast σηκώνει το film στις πλάτες του. Εξαιρετική η ερμηνεία του Phillip Seymour Hoffman στο ρόλο του ιερέα, καλύτερη ίσως από αυτή της Meryl Streep που παρά τον επιβλητικό της χαρακτήρα στην ταινία, σε κάποια σημεία «χάνει». Πολύ καλή και η Amy Adams στο ρόλο της νεαρής καλόγριας όπως και η Viola Davis ως μητέρα του αγοριού που τα δίνει όλα στη σκηνή του διαλόγου με τη Meryl Streep. Βαθιά ηθογραφική ταινία όπου δίνεται μεγάλη έμφαση στους διαλόγους. Εξαιρετικό το κείμενο ωστόσο ο Shanley προσφέρει το ελάχιστο δυνατό στην κινηματογραφική απόδοση του έργου του με αποτέλεσμα να καταντά λίγο μονότονο και βαρετό. Δε σε καθηλώνει, δεν υπάρχει μεγάλη αλλαγή παραστάσεων. Περιέχει κάποιες, όχι και τόσο καλοδουλεμένες, συμβολικές εικόνες και είναι έντονη η θεατρική φύση του κειμένου. Το τέλος αφήνει το θεατή να αποφασίσει, δε δίνει απάντηση στο κεντρικό θέμα “αμφιβολία” και αυτό είναι το νόημα της ταινίας καθώς πρόκειται για ένα φαινόμενο που μαστίζει διαχρονικά την Αμερικανική κοινωνία. Τα λόγια του ιερέα στο τέλος μας μένουν «Η αμφιβολία μπορεί να έχει τόση δύναμη στη ζωή μας όσο και η σιγουριά». Ένας εναλλακτικός τίτλος ταινίας: Η αλήθεια είναι σκληρή υπόθεση. Γενικώς πολύ καλό και αξίζει τις πέντε υποψηφιότητες για όσκαρ, αλλά αφήνει την αίσθηση του ανολοκλήρωτου. X.Δ.


Σχολιασμός Ελισσάβετ Βέλιου

Βασισμένο στο ομώνυμο θεατρικό του John Patrick Shanley, ο οποίος επιμελήθηκε σενάριο και σκηνοθεσία στην κινηματογραφική του μεταφορά, πρόκειται για μια ταινία καθαρά ερμηνειών και χαρακτήρων που όσο κι αν προσπαθεί για το αντίθετο «μυρίζει» θέατρο στο μεγαλύτερο μέρος της. Όταν η ουσία του κινηματογράφου είναι το λεγόμενο «show don’t tell», που τονίζει την υπεροχή που θα πρέπει να έχει η εικόνα σε σχέση με τον διάλογο, το Doubt αποτυγχάνει να μείνει πιστό σε αυτόν τον κανόνα μίας και μεγαλύτερη έμφαση δίνεται στους διαλόγους και την αλληλεπίδραση μεταξύ των χαρακτήρων παρά στο στοιχείο της εικόνας.
Η ερμηνεία του Philip Seymour Hoffman (Truman Capote) στον ρόλο του ιερέα είναι εξαιρετική ενώ επίσης πολύ καλή είναι και η Amy Adams (Enchanted) στον ρόλο της αθώας νεαρής καλόγριας που γίνεται υποχείριο στη διαμάχη των δύο κεντρικών χαρακτήρων. Η Meryl Streep θα μπορούσε να θεωρηθεί θαυμάσια αν δεν έφτανε σε κάποια σημεία υπερβολής που έχουν σαν τελικό αποτέλεσμα την υποβάθμιση του ρόλου της σε είδος καρικατούρας και την δυσπιστία μας για το κατά πόσο ένας τέτοιος χαρακτήρας είναι αληθοφανής. Την ευχάριστη έκπληξη και κατά την προσωπική μου άποψη τον σημαντικότερο ίσως λόγο για να παρακολουθήσει κανείς την ταινία, αποτελεί η ερμηνεία της Viola Davis στον ρόλο της μητέρας του αγοριού. Σε μία από τις πιο δυνατές σκηνές της ταινίας, την αντιπαράθεση της με την διευθύντρια Meryl Streep, έρχεται αντιμέτωπη με ένα από τα ιερά τέρατα της έβδομης τέχνης και καταφέρνει να βγει νικήτρια πέρα από κάθε προσδοκία.
Το δυνατό χαρτί της ταινίας ωστόσο είναι το θέμα της, η ίδια η αμφιβολία. Η αμφιβολία μαστίζει την Αμερικανική κοινωνία από τον θάνατο του Κένεντι και τον πόλεμο του Βιετνάμ μέχρι τις πρόσφατες αιματηρές συνέπειες της πολιτικής του Μπούς. Οι θεωρίες συνομωσίας αποτελούν αναπόσπαστο κομμάτι της Αμερικανικής ταυτότητας, όπου κανείς σχεδόν δεν γνωρίζει ποιοι είναι οι «καλοί» και ποιοι οι «κακοί». Η διαχρονικότητα του θέματος αυτού βάζει τον θεατή σε σκέψεις από το πρώτο κιόλας πλάνο και όταν τελικά βγαίνεις από την αίθουσα δεν μπορείς παρά να αναλογίζεσαι τα λόγια του ιερέα σε κάποια στιγμή της ταινίας, ότι η αμφιβολία μπορεί να έχει τόση δύναμη και βαρύτητα στην ζωή μας όση και η ίδια η σιγουριά.




Hollywood Ending



ΣΚΗΝΟΘΕΣΙΑ: Γούντι Αλεν

Περίληψη
Οι εποχές που ο Βαλ Γουάξμαν μεσουρανούσε μοιάζουν να έχουν περάσει ανεπιστρεπτί. Ο βραβευμένος με δύο Oscar σκηνοθέτης πέφτει ολοένα χαμηλότερα. Προκειμένου να βγάλει τα προς το ζην, φτάνει στον παγωμένο Καναδά γυρίζοντας διαφημίσεις για αποσμητικά, αλλά ακόμα και εκεί απολύεται. Η μοίρα του φέρθηκε πολύ σκληρά. Ακόμα και η γυναίκα του, η Έλι, τον έχει παρατήσει για έναν μεγαλοπαραγωγό, τον Χαλ. Ενώ έχει φτάσει ένα βήμα πριν την απελπισία η τύχη δείχνει να του χαμογελά. H Galaxy Pictures, η εταιρία του Χαλ, πρόκειται να γυρίσει ένα ριμέικ μιας ταινίας του '40 που διαδραματίζεται στο Μανχάταν . Η πρόκληση είναι μεγάλη.Του δίνεται η ευκαιρία να αναστήσει την καριέρα του και ίσως την αγάπη ανάμεσα σε αυτόν και την πρώην σύζυγο του: "Θα σκότωνα γι' αυτή τη δουλειά, αλλά αυτοί που θα ήθελα να σκοτώσω είναι αυτοί που μου την προσφέρουν!".Επιπλέον, έχει να αντιμετωπίσει ένα απίστευτο team συνεργατών-από καλλιτεχνικό διευθυντή που θέλει να ξαναχτίσει το Central Park σε ένα στούντιο μέχρι κινέζο καμεραμάν που δε μιλάει αγγλικά! Η ένταση είναι τόσο μεγάλη που ο νευρωτικός σκηνοθέτης εξαιτίας μιας ψυχοσωματικής αντίδρασης σταδιακά τυφλώνεται. Δεν θα επιτρέψει όμως σε μια τόσο μικρή λεπτομέρεια να καταστρέψει τα πάντα. Τα γυρίσματα πρέπει να ολοκληρωθούν..
Σχολιασμός
Ένας εκκεντρικός, κουλτουριάρης και αντιεμπορικός σκηνοθέτης, δέχεται μια προσφορά από ένα στούντιο παραγωγής του οποίου ο ιδιοκτήτης είναι ο φίλος της πρώην γυναίκας του. Σε αυτό το σημείο μπλέκει σε μια εσωτερική πάλη νευρώσεων με αποκορύφωμα την ψυχοσωματική τύφλωσή του! Ο Woody Allen επιστρέφει στα πάτρια εδάφη . Για ακόμη μια φορά παίζει τον εαυτό του, δηλαδή ένα άνθρωπο νευρωτικό, με μονομανίες και εξαντλητικό φόβο του θανάτου – μαζί με κάθε μεταφορά φυσικά όπως το σκοτάδι, ο ύπνος, η λήθη και όλα τα συναφή που διδάσκονται οι πρωτοετείς ψυχολόγοι.Η σκηνοθεσία του είναι σαφής και εύστοχη, υποστηρίζει την ταινία χωρίς να είναι απαιτητική με αποτέλεσμα να είναι απλά ευχάριστη αφήνοντας την ουσία που είναι οι ευφυής χαρακτήρες και οι ξεκαρδιστικές σκηνές. Είναι πραγματική λύτρωση έστω και σποραδικά να βλέπουμε μια γνήσια κωμωδία που δεν εκβιάζει το γέλιο με φτηνά γκαγκς αλλά με πραγματικά έξυπνες ατάκες. Σεναριακά επίσης τα καταφέρνει πολύ όμορφα. Η υπόθεση είναι αβίαστα κατανοητή με ικανοποιητικό βάθος και εύθυμες ανατροπές. Ωστόσο, όλα επισκιάζονται από ένα αυτοσαρκαστικό χωρίς προηγούμενο Woody Allen. Δίνει μόνος του το ρυθμό της ταινίας και ενώ περιβάλετε από εξαιρετικούς ηθοποιούς περνά την αίσθηση ότι δεν του αφιερώνει αρκετό χρόνο, μετατρέπονται σε πιόνια ενός εγωκεντρικού αυνανισμού από πλευράς του Allen που δεν σταματάει πουθενά. Φ.Σ.

Κυριακή 7 Ιουνίου 2009


BANK BANG



Σκηνοθεσία : Αργύρης Παπαδημητρόπουλος

Πρωταγωνιστές : Βασίλης Χαραλαμπόπουλος, Κώστας Βουτσάς, Δημήτρης Ήμελλος, Μαρίσσα Τριανταφυλλίδου
Περίληψη

Δύο αδέρφια, ο Μιχάλης και ο Νώντας, δουλεύουν σε γραφείο κηδειών και προσπαθούν να πιάσουν την καλή. Όμως, ο Νώντας έχει μπλεξίματα με την ελληνική μαφία και πρέπει να συγκεντρώσει άμεσα ένα διόλου ευκαταφρόνητο ποσό. Έτσι, προτείνει στον Μιχάλη να αρχίσουν να ληστεύουν τράπεζες. Για κακή τους τύχη, ο αρχηγός της αστυνομίας, προκειμένου να αντιμετωπίσει τη ραγδαία αύξηση της εγκληματικότητας, έχει αρχίσει να τοποθετεί μυστικούς αστυνομικούς στα υποκαταστήματα όλων των τραπεζών, κάνοντας τη ζωή των δύο αδερφών ακόμα δυσκολότερη. Η κατάσταση ξεφεύγει εκτός ελέγχου όταν ο Μιχάλης γνωρίζει τον έρωτα της ζωής του, στο πρόσωπο μία τραπεζικής υπάλληλου με ιδιαίτερα «γραφική» οικογενειακή ζωή…Το «Bank Bang» είναι μία απρόσμενη κωμωδία που κανείς δεν είναι αυτό που δείχνει, κανείς δεν κάνει αυτό που θα έπρεπε να κάνει και που τις συνέπειες όλων των παραπάνω δεν θα τις ευχόσασταν ούτε στο χειρότερο εχθρό σας! Είναι να τη χάσετε;
Σχολιασμός
Δύο αδέρφια διάγουν βίους αντίθετους παρά τις κοινές οικονομικές δυσχέρειες που αντιμετωπίζουν. Ο Νώντας (Δημήτρης Ήμελλος) δουλεύει σε γραφείο κηδειών, αλλά τα χρέη του προς τη μαφία απειλούν να φυτέψουν και τον ίδιο στο χώμα. Ο Μιχάλης (Βασίλης Χαραλαμπόπουλος), πρόσφατα και απρόσμενα απολυθείς, θα κληθεί να στηρίξει τον άσωτο αδερφό του. Μιας και οι λύσεις στερεύουν, οι ληστείες τραπεζών αποτελούν μονόδρομο. Το σχέδιο αρχικά αποδίδει, με την αστυνομία να αναγκάζεται να καταστρώσει σχέδιο μυστικών αστυνομικών που θα δουλεύουν ως τραπεζίτες. Μία εξ αυτών είναι και η Λένα (Μαρίσσα Τριανταφυλλίδου), την οποία όμως φλερτάρει ο ανυποψίαστος Μιχάλης.


Καλή κωμωδία χωρίς ανάλογο σενάριο δεν έχει παρατηρηθεί μέχρι σήμερα. Η θεμελιώδης αυτή αρχή απολύτως φυσιολογικά επιβεβαιώνεται κι εδώ, όπου το σενάριο του Βασίλη Χαραλαμπόπουλου έρχεται να φωτίσει το δρόμο στην αγνοούμενη εδώ και δεκαετίες αξιόλογη ελληνική κωμωδία. Ο βασικός πρωταγωνιστής καρπώνεται σε σημαντικό βαθμό τη σχεδόν βέβαιη επιτυχία του πιο διασκεδαστικού, φρέσκου κι έξυπνου εγχώριου φιλμ που είδαμε από την εποχή της πρώτης 'Λούφας'. Αντλεί ιδέες από δυνατά δείγματα γραφής του αμερικανικού σινεμά, στήνοντας έτσι έναν θεότρελο κόσμο καταστάσεων και χαρακτήρων που λειτουργούν θαυμάσια. Κι ενώ οι κινηματογραφικές αναφορές πατούν στην Αμερική, ο Χαραλαμπόπουλος μετουσιώνει αυτά τα 'εξωτερικά' ερεθίσματα γράφοντας μία επίκαιρη ιστορία με Ελληνικό DNA, που μιλά απευθείας στον ψυχισμό του εγχώριου κοινού.

Αποφασιστικά στα παραπάνω συνδράμει η συμμετοχή του Κώστα Βουτσά που προσδίδει ασταμάτητα δυναμικό ρυθμό κι αποδίδει σπαρταριστές ερμηνείες. Πέραν του πρωταγωνιστικού τρίο, οι διάφοροι πρωτεύοντες ή περιφερειακοί χαρακτήρες προσθέτουν το δικό τους ξεχωριστό λιθαράκι στο όλο εγχείρημα. Από τον 'πολλά βαρύ' πλην όμως gay διεφθαρμένο μπάτσο Μιχάλη Ιατρόπουλο και το συνεργάτη-σύντροφό του Γεράσιμο Σκιαδαρέση ως τον ιδιοκτήτη του γραφείου κηδειών Δημήτρη Μαυρόπουλο που κατεβαίνει υποψήφιος βουλευτής με μία ξεκαρδιστικά 'μαύρη' καμπάνια, όλοι τους αποδεικνύονται υπερπολύτιμα χαρτιά που οδηγούν σε μία φονικά χιουμοριστική (μαύρη) κωμωδία. Επιτέλους, βρίσκεται μία ελληνική παραγωγή που τολμά να ζητήσει απ' τους τηλεοπτικά αναγνωρίσιμους ηθοποιούς της να παίξουν 'κόντρα' ρόλους. Το αποτέλεσμα δικαιώνεται πανηγυρικά.

Σε αυτή τη ταινία πρέπει να πλέξουμε και το εγκώμιο του σκηνοθέτη Αργύρη Παπαδημητρόπουλου, η σκηνοθεσία του οποίου θύμισε μεγάλες παραγωγές του εξωτερικού. Κατά την άποψή μου, ένας τέλειος συνδυασμός σκηνοθέτη – σεναριογράφου – ηθοποιών, ο οποίος ξεπέρασε τις συνηθισμένες Ελληνικές ταινίες που θυμίζουν δίωρες τηλεοπτικές σειρές. Και όταν σε αυτόν τον επιτυχημένο συνδυασμό, προστίθενται το ατέλειωτο και αστείρευτο ταλέντο του Χαραλαμπόπουλου μαζί με το αιώνιο και αθάνατο χιούμορ του Κώστα Βουτσά, τότε οι πιθανότητες αποτυχίας είναι μηδαμινές. Ρ.Ν.
Σχολιασμός Άντας Δαλιάκα

Ο Μιχάλης, υπάλληλος σε αθηναϊκή εταιρεία, περιμένει από μέρα σε μέρα την προαγωγή του. Αντ αυτού, του έρχεται κατακέφαλα μια απόλυση που τον αφήνει μετέωρο επαγγελματικά και οικονομικά. Από την άλλη, ο Νώντας, ο αδερφός του, υπάλληλος σε γραφείο κηδειών, έχει μπλεξίματα με τη μαφία.

Οταν ο αρχιμαφιόζος, στον οποίο χρωστάει ένα διόλου ευκαταφρόνητο χρηματικό ποσό τον στριμώχνει για τα καλά, ο Νώντας ζητάει τη βοήθεια του αδερφού του. Το σχέδιό του είναι απλό: ν αρχίσουν να ξαφρίζουν τράπεζες για να μαζέψουν τα χρήματα.
Οι δυο τους γίνονται ληστές τραπεζών μπερδεύοντας την αστυνομία. Την ίδια ώρα, ο Μιχάλης, φουλ ερωτευμένος, πολιορκεί την «παράξενη» υπάλληλο ενός τραπεζικού υποκαταστήματος, η οποία όμως, όπως θα αποδειχθεί, έχει άλλη επαγγελματική ιδιότητα... Επιτέλους, μια ελληνική ταινία που μπορείς να συστήσεις και σε άλλους να δουν. Ενα εμπορικό πακέτο, που πείθει για την ποιότητά του ως το τελευταίο του καρέ. Που δεν κοροϊδεύει τον Ελληνα θεατή και μπορεί να διεκδικήσει επάξια τη μερίδα του λέοντος από τις ξένες παραγωγές που προβάλλονται αυτή την περίοδο στις αίθουσες.

Το «Βank Βang», δουλεμένο σκηνοθετικά από τον Αργύρη Παπαδημητρόπουλο πάνω στη σεναριακή γραμμή του Βασίλη Χαραλαμπόπουλου, αποτελεί παράδειγμα προς μίμηση για τον εγχώριο κινηματογραφικό χώρο που αδυνατεί να ξεφύγει από τη στείρα προσκόλλησή του στη μεταφορά του τηλεοπτικού μοντέλου στο σινεμά. Εδώ, ένα πολυπρόσωπο σενάριο, λειτουργικό σε διάφορα επίπεδα (ως κωμωδία, περιπέτεια, αισθηματική κομεντί και κοινωνική σάτιρα), μετατρέπεται στα χέρια του πρωτοεμφανιζόμενου σκηνοθέτη σε πρώτη ύλη για μια προσεκτική ανάμειξη των ειδών.
Αχτύπητοι σαν δίδυμο οι Μιχάλης Ιατρόπουλος και Γεράσιμος Σκιαδαρέσης (στους ρόλους των διεφθαρμένων αστυνομικών οι οποίοι συγγενεύουν με το αντίστοιχο μοντέλο των μπάτσων του «Ρulp Fiction»), φοβεροί ως αταίριαχτοι αδερφοί οι Βασίλης Χαραλαμπόπουλος και Δημήτρης Ημελλος, αποκαλυπτική στον πρώτο της μεγάλο κινηματογραφικό ρόλο η Μαρίσσα Τριανταφυλλίδου, απολαυστικός ο Κώστας Βουτσάς, ως αυτοκτονικός χήρος. Ακόμα κι αν τα ζιγκ-ζαγκ του σεναρίου θολώνουν την πλοκή προς το φινάλε, η ισορροπία ανάμεσα στους πολυπληθείς χαρακτήρες επιτυγχάνεται στο μέγιστο με τη φαντασία των δημιουργών ελεύθερη να ελίσσεται. Συμπέρασμα; Θα διασκεδάσετε με την ψυχή σας.

Τετάρτη 3 Ιουνίου 2009


X-MEN ORIGINS: WOLVERINE



Σκηνοθεσία:
ΓΚΑΒΙΝ ΧΟΥΝΤ
Σενάριο:
ΝΤΕΙΒΙΝΤ ΜΠΕΝΙΟΦ
Ηθοποιοί:
ΧΙΟΥ ΤΖΑΚΜΑΝ , ΛΙΒ ΣΡΑΙΜΠΕΡ , ΧΙΟΥ ΤΖΑΚΜΑΝ , ΡΑΙΑΝ ΡΕΙΝΟΛΝΤΣ , ΝΤΑΝΙ ΧΙΟΥΣΤΟΝ , ΧΙΟΥ ΤΖΑΚΜΑΝ , ΛΙΝ ΚΟΛΙΝΣ
Διάρκεια:
107 λεπτά
Πρεμιέρα:
Τετάρτη, 29 Απριλίου 2009
Χρονολογία παραγωγής:
2009
Είδος ταινίας:
ΠΕΡΙΠΕΤΕΙΑ ΦΑΝΤΑΣΙΑΣ
Χώρα παραγωγής:
ΗΠΑ, ΑΥΣΤΡΑΛΙΑ, ΝΕΑ ΖΗΛΑΝΔΙΑ
Καταλληλότητα ταινίας:
ΚΑΤΑΛΛΗΛΟ ΑΝΩ 13
Κριτική κοινού:
***** (224 ψήφοι)

Περίληψη


Η ιστορία της πολυαναμενόμενης ταινίας δράσης περιγράφει το επικά βίαιο, αλλά και ερωτικό, παρελθόν του Wolverine, τη γνωριμία του με τον Βίκτορ Κριντ, αλλά και την εμπλοκή του με το μυστηριώδες πρόγραμμα Weapon X. Ο Wolverine έρχεται αντιμέτωπος με πολλούς μεταλλαγμένους, γνωστά αλλά και καινούρια πρόσωπα, ενώ οι θαυμαστές του κόμικ θα ενθουσιαστούν με τις απροσδόκητες εμφανίσεις πολλών από τους θρύλους του σύμπαντος των X-Men. Ο Χιου Τζάκμαν επιστρέφει στον ρόλο που τον έκανε διάσημο, αυτόν του Wolverine: του ατίθασου πολεμιστή με τις γενετικά ενισχυμένες αισθήσεις, που συγκρίνονται μόνο με αυτές των ζώων, και τις πρωτοφανείς θεραπευτικές ικανότητες,που μπορούν να γιατρεύουν οποιοδήποτε τραύμα. Στην καρέκλα του σκηνοθέτη κάθεται ο Γκάβιν Χουντ, σκηνοθέτης του βραβευμένου με Όσκαρ Καλύτερης Ξενόγλωσσης Ταινίας "Tsotsi", ενώ τον Τζάκμαν πλαισιώνουν οι Ράιν Ρέινολντς ("Άσσος στο Μανίκι"), Λιβ Σράιμπερ ("The Omen") και Ντάνι Χιούστον ("Τα Παιδιά των Ανθρώπων").

Σχολιασμός

Επιστροφή στο παρελθόν, για να γνωρίσουμε το ξεκίνημα του θρυλικού μεταλλαγμένου ήρωα Wolverine (Hugh Jackman), κατά κόσμον Jack Logan. Ο νεαρός Jack με τον αδελφό του Victor το σκάνε από το σπίτι τους, μετά από ένα τραγικό γεγονός. Αφού περιπλανηθούν τυχοδιωκτικά στον κόσμο, θα τους στρατολογήσει ο William Stryker (Danny Huston) σε ένα σώμα μεταλλαγμένων πολεμιστών. Λίγο αργότερα ο Wolverine αποσύρεται, όμως ο Stryker θα τον εντοπίσει χρόνια αργότερα για να του ζητήσει να επιστρέψει στην ενεργό δράση και στο νέο στρατιωτικό πρόγραμμα, 'Weapon X'.
Για το 'spin-off', του πιο ενδιαφέροντος χαρακτήρα του σύμπαντος των X-Men επιστρατεύτηκαν ονόματα που στα χαρτιά αποτελούσαν εγγύηση για την παραγωγή ενός φιλμ εγκεφαλικότερου από το μέσο comic movie. Κατά τη διάρκεια των γυρισμάτων ακούστηκαν φήμες για καλλιτεχνικές διαφωνίες μεταξύ του σκηνοθέτη και της παραγωγού εταιρείας, φήμες που απέκτησαν υπόβαθρο με την πραγματοποίηση συμπληρωματικών γυρισμάτων τον περασμένο χειμώνα (για τα οποία πάντως η Fox έβγαλε καθησυχαστική ανακοίνωση, διαβεβαιώνοντας τους φαν ότι ήταν προγραμματισμένα). Σαν να μην έφτανε αυτό η πολυαναμενόμενη αυτή παραγωγή δέχτηκε κι άλλο πλήγμα με τη διαρροή μιας κόπιας εργασίας στο διαδίκτυο. Χτυπημένος... από τη μοίρα, το «X-Men Origins: Wolverine» κάνει τελικά τα αποκαλυπτήριά του με στόχο να διαψεύσει τις Κασσάνδρες, μόνο που αυτή τη φορά τα νύχια του είναι από... καουτσούκ!
Σκηνοθετώντας το πρώτο του blockbuster ο Gavin Hood του «Tsotsi» και του «Rendition» χάνει το στοίχημα. Ένας επικός τόνος που δεν ταιριάζει με τη βασανισμένη και αντιηρωική φύση του χαρακτήρα, μια σειρά από κοινότυπες και ανιαρές στην πλειοψηφία τους action sequences και μια επιδερμική χαρακτηρολογική προσέγγιση είναι μερικά από τα χαρακτηριστικά αυτού του αποτυχημένου εγχειρήματος. Το σενάριο των David Benniof και Skip Woods περιλαμβάνει μεταξύ άλλων μια συνηθισμένη ιστορία εκδίκησης, μια βιβλικών διαστάσεων κόντρα ανάμεσα σε δυο αδέρφια, μυστικούς κυβερνητικούς οργανισμούς που σχεδιάζουν την κατασκευή του υπερ-στρατιώτη (σχέδιο που φυσικά ξεφεύγει από τον έλεγχο ελέω ενός παράφρονος στρατιωτικού που συνιστά ... 'μεμονωμένο περιστατικό') και την εμφάνιση μιας σειράς από χαρακτήρες του κόμικ που ελάχιστα εξυπηρετούν την πλοκή και έχουν περισσότερο ως στόχο το... 'σκούντημα στον ώμο' μεταξύ των fanboys που βλέπουν τους αγαπημένους τους χαρακτήρες να αποκτούν σάρκα και οστά (κάτι που καταρχάς δεν είναι αρνητικό, θα πρέπει όμως να συνοδεύεται και από...ψυχή). Σε ένα φιλμ όπου ο Wolverine πολλές φορές φαντάζει κομπάρσος στην ίδια του την ταινία και έχει υποστεί ευνουχισμό ως προς τον κυνισμό που τον διέκρινε στην κατά Bryan Singer εκδοχή, την παράσταση κλέβει ο Sabretooth του συνεπούς καρατερίστα Liev Schreiber.
Για να μην είμαστε άδικοι το «X-Men Origins: Wolverine» δεν είναι κακή επιλογή για ένα σχετικά ανώδυνο δίωρο (θα θέλαμε να πούμε και για χαβαλέ, αλλά οι δημιουργοί της ταινίας έχουν πάρει πολύ σοβαρά την όλη φάση). Ωστόσο (ίσως επειδή έχουμε κακομάθει από πρόσφατες υπερηρωικές κινηματογραφικές απόπειρες κι επειδή αγαπάμε το «Batman Returns» του Tim Burton) από την μεταφορά κόμικ ηρώων στον κινηματογράφο περιμένουμε πολύ περισσότερα από μια απλή παράθεση των υπερδυνάμεών τους στο πανί... Φ.Σ.

Δευτέρα 1 Ιουνίου 2009


Ο ΗΛΙΑΣ ΤΟΥ 16ου



Σκηνοθεσία : Νίκος Ζαπατίνας

Πρωταγωνιστές : Πέτρος Φιλιππίδης, Θανάσης Τσαλταμπάσης, Θέμις Μπαζάκα



Περίληψη


Η ιστορία με λίγα λόγια... 50 χρόνια μετά, παραμένει... ασύλληπτος !Ο Ηλίας, ο Θωμάς και ο Βαγγέλης, τρία γκαρσόνια φίλοι, που οι υποχρεώσεις από δάνεια, κάρτες, ασφάλειες κλπ τους κυνηγούν καθημερινά, αποφασίζουν να κλέψουν τον κυρ-Λάμπρο, το αφεντικό του Βαγγέλη, ιδιοκτήτη καφετέριας, ενεχυροδανειστή και κλεπταποδόχο. Τη διάρρηξη θα την κάνει ο Θωμάς, ενώ ο Ηλίας, ντυμένος αστυφύλακας, θα φυλάει τσίλιες απ’ έξω. Την ώρα που ο ψευτο-αστυφύλακας περιπολεί στον δρόμο, σ’ ένα διπλανό σπίτι – χαρτοπαικτική λέσχη, γίνεται αντιληπτή η απώλεια ενός δακτυλιδιού και για την κλοπή κατηγορείται η κοπέλα που προσέχει τη γιαγιά. Ο Ηλίας καλείται να επέμβει και χωρίς να το καταλάβει αναλαμβάνει αστυνομικά καθήκοντα. Στο Τμήμα της περιοχής όπου καταλήγουν, ο Ηλίας ισχυρίζεται ότι ανήκει στη δύναμη ενός άλλου αστυνομικού τμήματος , του 16ου και απλώς έτυχε να περνά από εκεί. Αλλά και ο Θωμάς θα συλληφθεί τυχαία και θα οδηγηθεί στο Τμήμα, όπου ο Ηλίας θα καταφέρει να φέρει στην επιφάνεια την αλήθεια για την «κλοπή» αποδεικνύοντας την αθωότητα της κοπέλας. Θα καταφέρει επίσης να γίνουν γνωστές οι παρανομίες του αφεντικού του Βαγγέλη και να “αφεθεί” ελεύθερος ο Θωμάς...


Σχολιασμός


Ο Ηλίας, ο Θωμάς και ο Βαγγέλης, φίλοι και γκαρσόνια στο επάγγελμα, αποφασίζουν να κλέψουν τον πανούργο κυρ Λάμπρο, αφεντικό του τρίτου, ιδιοκτήτη καφενείου, ενεχυροδανειστή και κλεπταποδόχο. Και οι τρεις βρίσκονται σε ανάγκη καθώς πνίγονται από τα χρέη. Μόνο που η διάρρηξη δεν έχει την επιθυμητή εξέλιξη. Ο Θωμάς αναλαμβάνει να μπει στο σπίτι του Λάμπρου αλλά ο Ηλίας, ντυμένος αστυνομικός για να φυλάει τσίλιες, θα καταλήξει στο πλησιέστερο αστυνομικό τμήμα προσπαθώντας να διαλευκάνει την κλοπή ενός ακριβού δαχτυλιδιού από σπίτι γνωστών σπιτονοικοκύρηδων της περιοχής. Για την εξαφάνιση του κοσμήματος κατηγορείται άδικα η νεαρή τους υπηρέτρια...

Σεβαστό ριμέικ, στα πρότυπα των χολιγουντιανών "φτηνοπαραγωγών" (χωρίς μομφή), τηρουμένων των αναλογιών. Όταν στη Μέκκα του κινηματογράφου, πάνω από το 50% των projects που σχεδιάζονται αφορούν επανεκδόσεις παλιότερων ταινιών, τότε γιατί αυτή η σύγχρονη τάση να μην αντιγραφεί και στην "καθυστερημένη" ψωροκώσταινα; Αφού αποδίδει έξω, θ' αποδώσει και εδώ, λένε τα σοφά μυαλά των απόγονων του παλιού ελληνικού κινηματογράφου. Του λεγόμενου, "εμπορικού". Τι 1958, τι 2008...

Σύμβολο της ελληνικής κοινωνίας του 2008 που προσπαθεί να ισορροπήσει πάνω στην οικονομική... ανισορροπία της, ο Ηλίας είναι ένας καθημερινός ήρωας που πρέπει να αποκαταστήσει την τάξη, προστατεύοντας τους αδύναμους από τους καταχραστές. Σε μια εποχή γενικής παρακμής, το ριμέικ της δημοφιλούς κωμωδίας του Αλέκου Σακελλάριου, συμβαδίζει με την επικαιρότητα στήνοντας αυτί στο χρηματοοικονομικό βάσανο του σύγχρονου Ελληνα.
Το πρωτότυπο θεατρικό και κινηματογραφικό έργο δεν έδειξε ποτέ σημάδια γήρανσης, γι αυτό και η εκσυγχρονισμένη του εκδοχή πατάει πάνω στην σπινθηροβόλα κωμική φλέβα του σεναρίου του αρχικού διδύμου (Αλέκος Σακελλάριος Χρήστος Γιαννακόπουλος) για να δώσει τις καλύτερές της στιγμές.
Το μπρίο του Πέτρου Φιλιππίδη στοn ρόλο του Ηλία είναι το Α και το Ω στην επιτυχία των κωμικών σκηνών, που σίγουρα θα είχαν ουσιαστικότερο αποτέλεσμα αν υπήρχε και κινηματογραφική σκηνοθεσία.
Το τηλεοπτικό βλέμμα (όλη η ταινία είναι ένα μοντάζ κοντινών πλάνων χωρίς την παραμικρή δόση φαντασίας) δεν αφήνει το φιλμ να απογειωθεί ποτέ στ αλήθεια, ειδικά το πρώτο μέρος του, το οποίο κυλά διεκπεραιωτικά μέχρι να ξεκινήσει το δεύτερο, όπου βρίσκεται και όλο το μεδούλι των φαρσικών στοιχείων, εκεί όπου όλοι θα γελάσουν χάρη στη ζωντάνια του κειμένου, ειδικά στο κρεσέντο του πρωταγωνιστή στο αστυνομικό τμήμα.

Τηρουμένων των αναλογιών, ο ‘Ηλίας’ είναι μια πολύ ευχάριστη έκπληξη, που θα σας διασκεδάσει και θα σας προσφέρει το γέλιο, που η σύγχρονη ελληνική κωμωδία σας αρνούνταν. Διασκεδαστικό, κομμένο-ραμμένο πάνω σε έναν αυθεντικό Φιλιππίδη, διανθισμένο από πολλούς καλούς δεύτερους ρόλους και επιτέλους, σεναριακά καθωσπρέπει. Ο Ζαπατίνας δεν χρειάζεται να κάνει τίποτα περισσότερο από το να ακολουθάει τα κέφια των ηρώων του, την έξυπνη μη υπερμοντέρνα διασκευή, στην οποία βάζει χέρι βοηθείας και το ταιριαστό τοπίο της Πλάκας. Μπορεί ψυχρά να χαρακτηρίζω την ταινία ενδιαφέρουσα, την προτείνω και σε αυτούς που δεν είχαν βρει τίποτα να τους εκφράζει στην μετά Safe Sex εποχή. Γελάστε δίχως τύψεις… επιτέλους! Ρ.Ν.


Σχολιασμός Δημήτρη Παπαμίχου


Πιο συγκεκριμένα, στην ταινία ο "ΗΛΙΑΣ ΤΟΥ 16ου", η σκηνοθεσία "τρέχει" χωρίς παρατράγουδα, καινοτομίες και εξεζητημένες λύσεις (άχρωμα και άοσμα, τόσο που δεν παίρνεις "μυρωδιά" Ζαπατίνα, κι αυτό δεν είναι κακό), ενώ επικρατεί "θεϊκός" σεβασμός στο πρωτότυπο σενάριο με ελάχιστη απόκλιση στον "εκσυγχρονισμό" του. Τέλος, οι ερμηνείες είναι προβλέψιμες και συμπαθητικές, προεξάρχοντος Φιλιππίδη. Δεν υπάρχει καμία υπέρβαση, αλλά και δεν υπάρχει λόγος για αυτό.Είναι, αυτό που είναι, συνολικά, χωρίς να κοροϊδεύει κανέναν. Μια ψυχαγωγική, εύπεπτη και ανώδυνη (στις μέρες μας, εξηγώ παρακάτω, γιατί) κωμωδία βασισμένη στο ανεπανάληπτο θεατρικό έργο των Σακελλάριου-Γιαννακόπουλου. Και αν γκρινιάζαμε πάντα για την φτώχεια και την αχίλλειο πτέρνα της ράτσας μας, στο θέμα που μας πονάει (λέγε με "σενάριο"), εδώ δε θα βρεις καμιά δικαιολογία για να γκρινιάξεις. Στο μέτρο, που κίνητρο για την αναπαλαίωση της μεταπολεμικής, αστικής "κωμωδίας, είναι και η επένδυση στην κεφαλαιοκρατική ρευστότητα με την εκμετάλευση κάθε λογής διατηρητέων, "κλασικών αξιών", οι επιλογές επιστροφής στις "ρίζες", δεν ενέχουν κάποιον οικονομικό (εμπορικού χαρακτήρα) κίνδυνο. Γιατί δε μπορείς να κατηγορήσεις, πρωτοβουλίες που εκσυγχρονίζουν το παλιό, σεβόμενες, πλήρως την αυθεντικότητά του. Η μεταφορά του θεατρικού έργου, στη σημερινή εποχή, της παγκόσμιας ύφεσης, αγγίζει (επιφανειακά), όπως και πριν 50 χρόνια, με εύστοχο τρόπο τις ταξικές διαφορές, τις κοινωνικές ανισότητες και επικροτεί την τελική επικράτηση της "αστικής" δικαιοσύνης (happy end). Η σχηματική μάχη του καλού με το κακό, δεν έχει αγωνία και σασπένς, αφού ο θρίαμβος της εξουσίας, είναι απόλυτος και δεδομένος. Οι όποιες κωμικές αταξίες (η έννοια της αναρχικής κωμωδίας, που αποδομεί τους κανόνες) αποκλίνουν από το political correct, με την χρήση λεκτικών και σωματικών γκαγκ (χωρίς ίχνη διαφοροποίησης) . Στηρίζονται σ' ενα φτηνό και στείρο λαϊκισμό, εκμεταλευόμενες τις εγγενείς αδυναμίες της εξουσίας να "εκτελέσει" το κοινωνικό έργο - με "τάξη και ασφάλεια" - που της έχει ανατεθεί και τα "έμμονα πάθη" της άρχουσας τάξης. Κάθε κατεργάρης στον πάγκο του, σε ένα κράτος "χωροφύλακας". Οι διαφορές, υπήρχαν και πάντα θα υπάρχουν, με το δίκαιο να επικρατεί στο τέλος, αφού δίνει το άλλοθι στην εξουσία. Οι υπαινιγμοί για την ανικανότητα και τη διαφθορά του συστήματος δεν είναι αβάσιμοι, αλλα περνάνε στα πολύ ψιλά. Καλά τότε. Σήμερα, όμως; Από την άποψη αυτή ναι, δεν μιλάμε για "ανώδυνη" κωμωδία. Αλλά, επειδή στην πιάτσα σήμερα, τίποτα δεν "κυκλοφορεί" χωρίς κερδοσκοπικό χαρακτήρα, το σύγχρονο μάρκετινγκ δεν θα το φιλοσοφήσει και πολύ - γι΄αυτό κρατάμε, "μικρό καλάθι".Το ψυχαγωγικό προϊόν, πληρώνεται ακριβά στις μέρες μας. Από τον πρώτο έως τον τελευταίο της αλυσίδας. Εάν η ταινία πετύχει τους στόχους (μερικές εκατοντάδες χιλιάδες εισιτήρια), γελώντας με τα καμώματα του "ψευτο-οργάνου της Τάξης" , το κοινό θα συνηγορήσει, στην στροφή των παραγωγών προς τον παλιό καλό "εμπορικό" κινηματογράφο και την επανέκδοση κι άλλων αξέχαστων επιτυχιών. Τι το μεμπτό; "Όσα δε φτάνει η αλεπού τα κάνει κρεμαστάρια", λέει ο λαός. Το ρίσκο είναι σαφώς μικρότερο, από το επιχειρηματικό δαιμόνιο της φυλής μας. Τουλάχιστον, δεν υποτιμάται η νοημοσύνη μας. Το μη χείρον, βέλτιστον; Όταν έχεις ένα σενάριο, 100 χρόνων, διάολε τι θέλεις, να αποδείξεις; Ότι αναπολείς και το μοστράρεις (αντιγράφοντας πιστά το πρωτότυπο) ή ότι κάνεις την υπέρβαση και το π.χ, επανα-σχεδιάζεις, τοποθετείς σε τοπική και χρονική συγκυρία που δείχνει σα να γεννηθηκε τώρα, κλπ; Τι είναι, για να το σεβαστείς, ...Ντοστογιέφσκι;Συμπερασματικά, στον ΗΛΙΑ ΤΟΥ 16ου, υπάρχουν πάμπολλες αναφορές, που χαρακτήριζαν την δεκαετία του '50, που σήμερα δεν υπάρχουν. Αναπολείς την εποχή που διαδραματίζεται, γιατί ξέρεις εκ του ασφαλούς πως δε θα ξανάρθει. Β' ΠΠ, εμφύλιος, αστική μετανάστευση, οικονομική ευημερία, κοινωνική καταξίωση, νεοπλουτισμός vs ήθος, είναι στερεότυπα που διατρέχουν τα τελευταία 60 κινηματογραφικά μας χρόνια. Οι συνθήκες που δημιούργησαν τον ΗΛΙΑ στα τέλη της δεκαετίας του '50 σχετίζονται με την οικονομική ανέχεια της εποχής εκείνης και όσα αναφέραμε πριν ότι, προηγήθησαν. Σήμερα, η παγκόσμια οικονομική κρίση θα έπρεπε να "γεννήσει" έναν διαφορετικό και πιό "τολμηρό" ΗΛΙΑ (στη διασκευή του σεναρίου) παρά το ότι η αφετηρία, στο ξεκίνημα της "δράσης" του κεντρικού ήρωα και λοιπών χαρακτήρων, έχουν κοινά χαρακτηριστικά. Η αίσθηση του "εκσυγχρονισμού" ήταν η ελάχιστη δυνατή, με αποτέλεσμα, η αντιγραφή να δείχνει "γερασμένη" , κουρασμένη, "φοβισμένη" και άτολμη. Όλοι νιώθαμε ότι βλέπουμε ένα "παλιό" έργο, με "παλιά" κοστούμια, σε "νέα" σκηνικά, από "νέα" πρόσωπα. Αποδεκτό. Για το θέατρο. Για τον κινηματογράφο, πάντα περιμένεις το "κάτι παραπάνω". Και ελπίζεις κάποτε να το βρεις. Και το αναζητείς, χωρίς να αφορίζεις τις ευκολίες και τις συνθήκες που θα το δημιουργήσουν. Αρκεί οι "φωτισμένοι" να βρουν τον ... χορηγό τους! Δε λέω να μη το δείτε, αλλά δεν παίρνω και όρκο ότι δε θα αναπολήσετε το original! Διαχρονικό μεν, "αρχαίο" δε ! Σταυρόλεξα με διαφορές, θα λύσουμε; Πως λέμε, "Δεσποινίς, ναι, αλλά ...ετών 39"; Δε ξέρω πάντως, κανέναν, που να γελάει, χωρίς τύψεις, με την "αναπαλαίωση του Παρθενώνα"!


Σχολιασμός Σταύρου Γανωτή


Εύκολα θα μπορούσα να θεωρηθώ εμπαθής με το σύγχρονο κύκλο ελληνικής εμπορικής κωμωδίας. Όμως πάντα είμαι ανοιχτός σε εκπλήξεις και δηλώνω απόλυτα ευχαριστημένος που βρίσκομαι ενώπιων μιας από αυτές. Ο σύγχρονος ‘Ηλίας του 16ου’ είναι μαζί με το ‘Κλάμα Βγήκε από τον Παράδεισο’ οι καλύτερες λαϊκές κωμωδίες της ελληνικής δεκαετίας, ευχόμενος πάντα… ως τώρα!

Τι λέμε συνεχώς; Ότι το ελληνικό σινεμά υποφέρει από τα σενάρια του. Στην περίπτωση μας, όμως, το παράπτωμα εξανεμίζεται από την ύπαρξη της δουλειάς των Σακελλάριο-Γιαννακόπουλο και την σεβαστή ανακατασκευή της Κάτιας Κισσονέργη. Χωρίς να είμαι από τους μεγάλους φαν της ‘Χρυσής Εποχής του Ελληνικού Κινηματογράφου’, ήξεραν να γράφουν κείμενα οι άνθρωποι. Αλλά και η διασκευή, ενώ φέρνει την ιστορία στο σήμερα, σέβεται απόλυτα το χρώμα της, δεν την εκτοπίζει από εκείνη την εποχή, αλλά την αναπαλαιώνει σαν ένα νεοκλασικό που πρέπει απλά να ξαναβρεί την λάμψη του. Δεν υπάρχουν άστοχοι μοντερνισμοί, δεν έκαναν το «κτίριο» από κίτρινο, που ήταν, μπλε!
Ο Νίκος Ζαπατίνας δεν θα πάρει ιδιαίτερα εύσημα, αφού είναι ηλίου (όχι Ηλία!) φαεινό ότι δεν είναι ένας σκηνοθέτης με όραμα, μηδέ ταυτότητα. Αλλά στην θεατρικότητα της πράξης παρασύρεται μαζί με την κάμερα του από τον διασκεδαστικό περίγυρο και ολοκληρώνει τη ταινία του, πολύ μακριά από το να έχουμε τα προηγούμενα του ‘Φιλιού της Ζωής’. Οι μοντέρνες νότες του δεν χαλάν ποτέ το αποτέλεσμα, απλά κάπου το ρίχνουν πιο κάτω από την απλότητα του Σακελλάριου, στην αυθεντική εκδοχή του 1959.

Εκεί πάλι που εντυπωσιάστηκα είναι στους ρόλους και κυρίως επειδή δεν ίσχυσε το «όπου λαλούν πολλοί κοκόροι». Ο Πέτρος Φιλιππίδης πανάξια (αν και ο ‘Λάκης’ δεν είναι το καλύτερο μου) διάγει μια εξαιρετική χρονιά. Με αυτήν του την κινηματογραφική εμφάνιση κλειδώνει την τρίπτυχη επιτυχία σε σινεμά-θέατρο-τηλεόραση και μπορεί άξια να διεκδικήσει τα σκήπτρα του εθνικού μας κωμικού. Ακόμα και που αντέχει στην σύγκριση με τον Χατζηχρίστο αρκεί. Δεν θα αναφερθώ αναφορικά σε κάθε έναν ρόλο, γιατί απλά κανείς δεν με δυσαρέστησε. Μόνο θα τονίσω την ογκώδη παρουσία της Θέμις Μπαζάκα που χαρίζει και ποιοτική υπόσταση στο έργο.